Tuesday, July 7, 2015

Η χαριτωμένη υπακοή



Η υπακοή χαρίζει αμεριμνία, διότι η μέριμνα είναι μια πνευματική φυματίωση, που σιγα–σιγά, σαν μικρόβιο φυματιώσεως συνεχώς δηλητηριάζει τη ζωή του ανθρώπου, της ψυχής και του σώματος και σταδιακά φέρνει το θάνατο. Έτσι και η μέριμνα του βίου σαν ένα άλλο μικρόβιο φθείρει τον άνθρωπο, την ψυχή του και τον πεθαίνει ψυχικά.
Η υπακοή αναφέρεται στο Χριστό και όχι στον άνθρωπο που υπακούει κανείς. Και όταν ο υποτακτικός υπακούει χωρίς παράσιτα, αλλά για την αγάπη του Χριστού και μόνο, τότε η υπακοή του είναι σωστή μπροστά στα μάτια του Χριστού. Να υπακούμε για την αγάπη του Χριστού και μόνο και έτσι ο δρόμος μας γίνεται σταθερός και ίσιος για το Χριστό.
Ποιος άνθρωπος πάνω στη γη δεν έκανε σφάλματα και δεν τραυματίσθηκε στην πάλη με τους δαίμονες, τα πάθη και τον κόσμο; Δε μιλάμε γι’ αυτά τα τραύματα, αλλά μιλούμε ότι πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τον προορισμό μας. Με τις δύο αρετές, της υπακοής για την αγάπη του Χριστού και της προσευχής να πετύχουμε την αγάπη του Χριστού. Κι όταν η αγάπη του Θεού έρθει μέσα στην ψυχή μας, τότε ο δρόμος μας πλέον δέχεται φως. Τότε η αγάπη του Χριστού εξουδετερώνει κάθε δυσκολία και νιώθουμε τη ζωή πάρα πολύ ευτυχισμένη.
Η υπακοή ταπεινώνει τον άνθρωπο και η ταπείνωση εξουδετερώνει κάθε πειρασμική ενέργεια. Όπου ταπείνωση, εκεί ο διάβολος χάνεται. Όπου υπερηφάνεια κι εγωισμός, εκεί η παρουσία των δαιμόνων, οι πειρασμοί και τα πάθη. Γι’ αυτό η υπακοή είναι πολύ χαριτωμένη αρετή, επειδή οπλίζει με τόση ταπείνωση τον άνθρωπο όταν υπακούει εν γνώσει, για την αγάπη του Χριστού.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης 

 Νουθεσίες περί υπακοής

Τι φοβερό, τι ασύλληπτο, τι αδιανόητο πράγμα η συγχωρητικότητα του Θεού!


«Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος. εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’, 14-15).

Επάνω στη γη κανείς δεν είναι αναμάρτητος. Όλοι είμεθα αμαρτωλοί και ένοχοι σηκώνοντας ο καθένας μας ένα φορτιο από αμαρτιες, πάθη, αδυναμίες, απροσεξίες, οι οποίες έχουν επιβαρύνει τη ζωή μας. Φέρουμε όλοι μας ένα ποινικό με ποικίλες αμαρτιες, βαρειές, ελαφρές, πολλές, λίγες, μηδενός εξαιρουμένου, εκτός του Θεού. Η ζωή μας ολόκληρη συνεχώς παράγει αμαρτιες. Αμαρτάνουμε με τη σκέψι, με τη καρδιά, με όλες τις αισθήσεις τις σωματικές και τις πνευματικές της ψυχής. Σκεφθήτε τι μεγάλη παραγωγή αμαρτιας έχουμε! Όλοι λοιπόν εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από τη συγχώρησι από το Θεό, από την ακύρωσι όλης αυτής της παραγωγής των αμαρτημάτων.

Και κάθε χριστιανός λογικά σκεπτόμενος για τη σωτηρία του, επιποθεί την καταλλαγή του με το Θεό. Επιθυμεί να συγχωρηθή και να αγαπηθή από το Θεό δια της μετανοίας. Αλλά για να το πετύχη αυτό, να πετύχη την συγγνώμη υπό του Θεού, να πετύχη την συμφιλίωσι μαζί του, πρέπει να τηρήση τον όρο, που ο Χριστός μας μας έθεσε στο Ευαγγέλιό Του: «Εάν συγχωρήσουμε, θα συγχωρηθούμε». Εάν όμως θελήσουμε να αρνηθούμε την συγγνώμη στον πλησίον μας, στον συγγενή μας, στον συνάνθρωπό μας, που ενδεχομένως κάπου μας έφταιξε, εάν αποφεύγουμε να του την δώσουμε, διότι δεν θέλουμε να ταπεινωθούμε, δεν πρόκειται να πάρουμε την συγγνώμη σε καμμιά περίπτωσι από τον Θεό. Όταν φερ’ ειπείν μας ζητάει κάποιος συγγνώμη, εμείς να μη τον αποστραφούμε γυρνώντας αλλού τα μάτια μας, επειδή δεν μπορούμε να τον αντικρύσουμε. Βέβαια, επειδή εμείς είμεθα εμπαθείς και αδύναμοι, τη δύναμι της συγχωρητικότητος πρέπει να τη ζητήσουμε από τον Θεό με την προσευχή. και τότε θα την πάρουμε θετικά.

Όλοι μας θέλουμε και σ’ αυτή τη ζωή και ιδιαίτερα στην άλλη, στη μετά θάνατον, να ιδούμε το πρόσωπο του Θεού ιλαρό, να μη θέλη να μας αποστραφή για τις πολλές μας αμαρτιες. Δεν θέλουμε να ιδούμε τα γαληνά θεία μάτια να μας αποστρέφωνται για τη βρωμερότητά μας. Επιθυμούμε τα μάτια του Χριστού να μας κοιτάζουν κατάμματα με πατρική αγάπη, με τρυφερότητα, ευμενέστατα και να εκφράζουν την επιείκεια, την συγγνώμη και την είσοδο στη Βασιλεία των ουρανών. Αν θέλουμε να επιτύχουμε αυτή την ασύλληπτη σε πνευματική αξία επιτυχία και να δεχθούμε από το πρόσωπο του Θεού σε μας αυτά, τα οποία επιθυμούμε, όταν θα βρεθούμε μπροστά στο φοβερό δικαστήριο, στην κρίση τη μεγάλη, πρέπει κι εμείς να προσφέρουμε στον πλησίον αυτά τα λίγα πράγματα.



Κι ο Χριστός μας είναι όλος συγγνώμη και άφεσι αμαρτιών. Όπως θέλουμε να μας αγαπά ο Θεός, να μας συγχωρή, να παραβλέπη τα σφάλματά μας, να μας παρακολουθή, να μας προστατεύη η πρόνοιά Του, έτσι κι εμείς να προσφέρουμε αυτά τα ίδια στον αδελφό μας. Η συγγνώμη δεν έχει κόπο, δεν έχει δυσκολία. Τι χρειάζεται; Χρειάζεται ταπείνωσι. Δίνοντας την συγγνώμη στον άλλο, θα πάρουμε την συγχώρησι των αναριθμήτων αμαρτημάτων μας και θα έχουμε όλο το δικαίωμα να πούμε στον Θεό: «Κύριε, ό,τι μου έκαναν οι άνθρωποι τους συγχώρησα, τους έδωσα ολόκαρδα την συγγνώμη μου και την αγάπη μου κατά το Ευαγγέλιό Σου, κατά το Λόγο Σου. Τώρα ζητώ κι εγώ να εκφράσης την αγάπη Σου επάνω μου και να συγχωρήσης τα δικά μου αμαρτήματα».

Πόσες φορές, όταν συναντήσουμε τον άνθρωπο, με τον οποίο είμεθα στενοχωρημένοι ή έχουμε λογισμούς, γιατι μας κατηγόρησε, μας κουτσομπόλεψε, μας πρόδωσε και τόσα άλλα, κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε, πως δεν τον βλέπουμε, για να μη τον χαιρετισουμε! Λένε οι Άγιοι Πατέρες και οι Ασκηταί της ερήμου, οι οποίοι εφήρμοσαν με ακρίβεια το Ευαγγέλιο, ότι όταν σε επισκεφτή ο άνθρωπος, που εσύ γνωρίζεις ότι αυτός πολλά είπε για σένα, μη δείξης πρόσωπο σκυθρωπό ή ότι κάτι γνωρίζεις. Να τον δεχτής τόσο όμορφα, τόσο καλά, σαν να σε επήνεσε, σαν να σε εγκωμίασε, σαν να σε ετιμησε ενώπιον των ανθρώπων! Αυτή η στάσι εκφράζει πολλή πνευματικότητα και απόλυτη εφαρμογή του Ευαγγελικού πνεύματος.
Το Ευαγγέλιο είναι ο διδάσκαλός μας. Ό,τι και να μας απασχολή, αν το ανοίξουμε, θα πάρουμε την απάντησι, θα πάρουμε τον φωτισμό, θα πάρουμε ακριβώς αυτό το φάρμακο, που χρειάζεται για οιανδήποτε περίπτωσι. Οι εντολές του Χριστού είναι ο νόμος του Ευαγγελίου και όταν η ψυχή πιαστή ένοχη στην εφαρμογή του Ευαγγελικού νόμου, χωρίζεται από τον Θεό. Ποιος είναι ο Ευαγγελικός νόμος; «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθ. ζε’, 44). Σχετικά με το θέμα αυτό θα σας πω την εξής ιστορική περίπτωσι από το Μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας μας:

Στα χρόνια των διωγμών υπήρχε ένας ιερεύς, ο οποίος λεγόταν Σαπρίκιος. Αυτός ο ιερεύς είχε φίλο ένα λαϊκό χριστιανό, που τον βοηθούσε πολύ. Ήταν πολύ πλησίον του και λεγόταν Νικηφόρος. Ίσως από την πολλή παρρησία, που είχαν μεταξύ τους, ξεπήδησε ένας πειρασμός κι ο ιερεύς σκανδαλίσθηκε πολύ με τον αδελφό και δεν τον συγχωρούσε με τιποτα. Ο Νικηφόρος πήγαινε κατ’ επανάληψιν και του ζητούσε συγγνώμη, αλλά δεν την έπαιρνε από τον ιερέα. Ήταν ο πειρασμός που δεν τον άφηνε.

Κάποια στιγμή συνέλαβε ο ηγεμόνας της επαρχίας εκείνης τον Σαπρίκιο, ως ιερέα του Θεού και Χριστιανό. Τον καλεί ενώπιόν του και τον απειλεί να αρνηθή την πίστι του. Αυτός ωμολογούσε κι έλεγε ότι σε καμμιά περίπτωσι δεν αρνούμαι τον Χριστό μου. Ο τύραννος επέμενε, επέμενε και ο ιερεύς Σαπρίκιος. Άρχισαν τα βασανιστήρια. Ο καλός Νικηφόρος γνωρίζοντας ότι μήτε η ομολογία της πίστεως δεν μπορεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από την κόλασι, εάν δεν έχη αγάπη και συγχωρητικότητα, βλέποντας ότι προχωρεί στο μαρτύριο και συγγνώμη δεν παρέχει κατά το Ευαγγέλιο, φοβήθηκε ότι δεν πρόκειται το αίμα του να τον σώση κι έτρεξε στη φυλακή κι έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας και ζητώντας συγγνώμη.

- Συγχώρησέ με, πάτερ, σε ό,τι σου έκανα. εγώ φταίω.

- Δεν σε συγχωρώ.

Διαβολική ενέργεια εντελώς. Συνέχιζε ο αγαθός αυτός άνθρωπος, ο Νικηφόρος να ζητή συγγνώμη μετά δακρύων και να φιλάη τα πόδια του ιερέως.

- Πάτερ, δεν θα σε σώση το μαρτύριο. χύνεις το αίμα σου, σε λίγο αποκεφαλίζεσαι. δεν θα στεφανωθής, εάν δεν με συγχωρέσης.


Αυτός δεν του έδινε παντελώς σημασία. Προχωρώντας στον τόπο της θανατώσεως, ο ταπεινός Νικηφόρος ακολουθούσε πίσω από τους δημίους επαναλαμβάνοντας τις παρακλήσεις του μετά δακρύων. Ο Σαπρίκιος συνέχιζε να είναι άκαμπτος. Τότε συνέβη κάτι το τρομακτικό. Την ώρα του αποκεφαλισμού, κατά παραχώρησιν Θεού, η θεία Χάρις εγκατέλειψε τον ιερέα Σαπρίκιο, σκοτισθηκε το μυαλό του και αρνήθηκε τον Χριστό. Την τελευταία στιγμή έχασε το στεφάνι του μαρτυρίου εξ αιτιας της μνησικακίας του. Και στη θέσι του αποκεφαλίζεται ο καλός Νικηφόρος, ο οποίος τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας μας. ενώ ο Σαπρίκιος τιμωρήθηκε με αιώνια κόλασι.

Τόσο δύσκολο ήταν να πη: «Αδελφέ μου, εντάξει, ο Χριστός ας σε συγχωρέση»; Μα, το Ευαγγέλιο δίδασκε ως ιερεύς. δεν ήξερε ότι πρέπει να δώση συγχώρεσι, δεν ήξερε ότι ούτε το μαρτύριο δεν σώζει τον άνθρωπο, χωρίς την αγάπη; Κι όμως κατά διαβολική ενέργεια δεν την έδωσε κι έχασε τη Βασιλεία του Θεού.
Μα, κι όταν ρίξουμε μια ματιά, ένα βλέμμα στην Σταύρωσι του Χριστού μας, υπάρχει δυνατώτερο παράδειγμα παροχής συγγνώμης από το αγιώτατο παράδειγμά Του; Επάνω στους μεγάλους Του πόνους, επάνω στη μεγάλη Του εγκατάλειψι από κάθε ανθρώπινη βοήθεια, δεν εξέφρασε καν παράπονο, δεν είπε κανένα κακό λόγο για τους σταυρωτάς Του, που εκείνη την ώρα Τον βασάνιζαν το Θείο Λυτρωτή. Μόνον έστρεψε τα μάτια Του προς τον Ουράνιο Πατέρα Του και είπε: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’, 34). (Συγχώρησέ τους Πατέρα μου, αυτό το μέγιστο έγκλημα, που κάνουν. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Είναι έρημοι και φτωχοί και το κάνουν από άγνοια). Κι ο Ουράνιος Πατέρας τους συγχώρησε. Νομίζετε ότι εάν μετανοούσε αληθινά ο μεγάλος προδότης, ο Ιούδας, ο Χριστός μας δεν θα τον συγχωρούσε; Βεβαιότατα.

Εάν υποθετικά αυτή τη στιγμή βάλουμε στη σκέψι μας ότι ο Εωσφόρος, τα δαιμόνια μετανοήσουν, θα πάρουν την συγχώρησι από τον Θεό. Ηξεύρετε έστω και στο ελάχιστο, πόσο μεγάλη και αφάνταστη είναι η ενοχή τους απέναντι στον Θεό για όλα τα φοβερά εγκλήματα, και για τα προσωπικά τους και γι’ αυτά που έχουν κάνει στους ανθρώπους. Αυτοί έχουν κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο και την επανάστασι απέναντι στον Θεό και βλασφημούν εκατομμύρια φορές στο λεπτό το όνομα του Θεού. Παρ’ όλα αυτά, εάν μετανοήσουν για όλα όσα έχουν κάνει, ο Θεός θα τους ανοίξη τη Βασιλεία Του και θα τους δώση την πρώτη θέσι, την οποία είχαν προ της πτώσεως. Ποία συγχωρητικότητα έχει ο Θεός! Σκεφθήτε τι Θεό έχουμε! Τι απέραντη καρδιά έχει! Τι ευσπλαχνία έχουμε μπροστά μας! Ο Θεός είναι ωκεανός απέραντος, απέραντη η αγάπη Του, απέραντη η ευσπλαχνία Του, απέραντη η συγχωρητικότητά του, απέραντα όλα! Κι έρχεται τώρα ο φτωχός άνθρωπος, ο χωματένιος, ο ένοχος, ο αποστάτης, ο βαρυποινίτης να μη θέλη να συγχωρήση του συνανθρώπου του, του χρεωφειλέτου του το χρέος μιας δεκάρας, και ζητάει από τον Θεό να του λύση το χρέος ολόκληρου θησαυρού.

Ας υποθέσουμε ότι σε κάποιον άνθρωπο χάρισε ο Θεός χίλια χρόνια ζωής. Όλα αυτά τα χίλια χρόνια τα γέμισε με αμαρτια. το κάθε λεπτό της ώρας με ένα φοβερό αμάρτημα, βλασφημίες, φόνους, αδικίες, κ.λπ. Χίλια χρόνια ζωή γεμάτη εγκλήματα. Με τις φτωχές μας γνώσεις και χωρίς το πνεύμα του Ευαγγελίου, θα πούμε ότι αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να μετανοήση και να σωθή. Αλλά, να! Έρχεται η θεία φώτισι, έρχεται κι ανοίγει ο Θεός την καρδιά του και βλέποντας ότι τελειώνει η ζωή του, ότι φεύγει για την άλλη ζωή -γιατι έρχεται αυτή η αίσθησι στον ετοιμοθάνατο- σκέπτεται όλα αυτά τα φοβερά εγκλήματα των χιλίων χρόνων κι αρχίζουν τα μάτια του να τρέχουν. Μετανοεί και ζητεί συγγνώμη από τον Θεό. Νομίζετε ότι δεν θα την πάρη; Θα την πάρη και πλούσια!


Έχουμε και τους ληστάς εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου Κυρίου μας. Ο ένας λέει: «Αν είσαι Θεός κατέβα από τον Σταυρό και κατέβασε κι εμάς!». Έρχεται κι ο άλλος ο ληστής ο ευγνώμων και λέει: «Μα, γιατι μιλάς έτσι; Γιατι προσθέτεις στις πληγές αυτού του Αγίου τα πικρά σου λόγια; Αυτός δεν έκανε κανένα κακό. εμείς κάναμε φόνους και εγκλήματα και άξια ων επράξαμε απολαμβάνουμε. Αυτός ο άνθρωπος ουδέν κακόν εποίησεν». Κι αμέσως με την ομολογία, που έκανε, έρχεται και η φώτισι της θεολογίας και στρέφει ικετευτικά τα μάτια του στον Χριστό μας και του λέει: «Μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου» (Λουκ. κγ’, 41-42). Εφ’ όσον θα πέθαινε, σε ποια βασιλεία ζήτησε να εισέλθη μαζί Του; Εγνώρισε θεολογικά ότι Αυτός, που σταυρώνεται, είναι Θεός και έχει τη Βασιλεία Του στον Ουρανό. Κι ο Χριστός μας στρέφει το πρόσωπό Του και τα γαληνά Του μάτια και του λέει: «Απ’ αυτή τη στιγμή θα είσαι μαζί Μου στη Βασιλεία Μου». Και είναι ο ληστής ο πρώτος άνθρωπος, που εισήλθε στη Βασιλεία του Θεού. Ο λόγος του Θεού δεν πέφτει έξω. Εάν ο ληστής με το κλειδί του «μνήσθητι» άνοιξε την πύλη του Παραδείσου, πολλώ μάλλον η μετάνοια, η επιστροφή, τα δάκρυα θα ανοίξουν ευκολώτατα την πύλη της Βασιλείας των ουρανών στον κάθε αμαρτωλό! Τι φοβερό, τι ασύλληπτο, τι αδιανόητο πράγμα η συγχωρητικότητα του Θεού!
Θα σας πω ένα παράδειγμα μιας ψυχής, που κι εγώ ο ίδιος έμεινα έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της. Εδώ στο εξωτερικό πριν μερικά χρόνια ήταν μία ψυχή, την οποία εγκατέλειψε ο άνδρας της. Μπήκε ένα άλλο πρόσωπο μέσα στο σπίτι της, της πήρε τον άντρα και έφυγε. Αυτή η γυναίκα κάποια μέρα προσήλθε στο χώρο, που εξομολογούσα με πολλή αγάπη και σεβασμό. Γονάτισε κι έκλαιγε. Της λέω:

- Παιδί μου, ποια είναι η αιτια των δακρύων σου; Τι σου συμβαίνει;

- Ξέρετε, Πάτερ, δεν κλαίω για κάποιο αμάρτημα, αλλά κλαίω για να φωτισθή ο άντρας μου, να μετανοήση, γιατι έκανε το σφάλμα κι έφυγε από το σπίτι με άλλη γυναίκα κι αμάρτησε στον Θεό. Και έρχεται στο σπίτι μου με τη γυναίκα, που έχει τώρα, τους φιλοξενώ, τους κάνω τραπέζι, κοιμούνται και μετά φεύγουν. Φιλάω τον άντρα μου, φιλάω τη γυναίκα αυτή, τους κάνω δώρα, τους ξεπροβοδίζω, τους δίνω ευχές και πηγαίνουν. Και ξαναέρχονται.

- Και γιατι παιδί μου, το κάνεις αυτό;

- Μα, δεν το λέει ο Χριστός αυτό στο Ευαγγέλιο, να αγαπάμε τους εχθρούς μας; Αυτή η γυναίκα για μένα είναι ο μεγαλύτερός μου εχθρός, αφού μου πήρε τον άντρα. αλλά πρέπει να την αγαπώ. Κι αφού ο Χριστός ζητεί να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να δίνουμε όλο τον εαυτό μας και την αγάπη μας, αυτό κάνω κι εγώ. Και κλαίω να τους φωτιση ο Θεός και να τους δώση μετάνοια. Προσευχηθήτε κι εσείς γι’ αυτό.

Μπορείτε να μετρήσετε την αρετή αυτής της γυναίκας; Μπορεί ο Θεός τώρα αυτήν την γυναίκα, ό,τι κι αν έκανε σαν άνθρωπος, να μην την έχη συγχωρήσει; Και τα δάκρυά της δεν ήταν για τίποτε άλλο, παρά το βραβείο, που της είχε δώσει, για τη μεγάλη αυτή νίκη της αγάπης. Να, η εφαρμογή του Ευαγγελίου τι ανθρώπους κάνει! Και δεν είναι καθόλου χαζή, είναι λογικωτάτη γυναίκα και πάρα πολύ δυνατός άνθρωπος. Μια αφανής ηρωίδα του Ευαγγελίου, χωρίς κανείς να το γνωρίζη αυτό.

Ενώ εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι, και πρώτος εγώ, ποτέ δεν θα το έκανα αυτό. Μπορεί να έβριζα, μπορεί να συκοφαντούσα, μπορεί να τον έδερνα, να τον καταριόμουν κι αυτόν κι εκείνη κ.λπ. Και βλέπεις από την άλλη πλευρά το Ευαγγέλιο να κάνη ένα τέτοιον ωραίο άνθρωπο. Αυτή η γυναίκα εν ημέρα Κρίσεως θα κρίνη μία άλλη γυναίκα με το ίδιο ιστορικό, αλλά με διαφορετική αντιμετώπισι του θέματος. Και δεν θα έχη δικαιολογία να πη στον Θεό: «Αφού ήταν τόσο μεγάλο το αδίκημα απέναντι μου, τι μπορούσα να κάνω;» «Να τι έκανε αυτή η γυναίκα. αυτό μπορούσες να κάνης κι εσύ, αν τηρούσες το Ευαγγέλιο».

Το Ευαγγέλιο μπορεί να εφαρμοσθή από κάθε άνθρωπο. Κι όποιος το τηρήση στην ουσία του, μπορεί να γίνη μία εξαίρετη προσωπικότητα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σε ωρισμένους ο Θεός δίνει τη δύναμι και σε άλλους όχι. Το Ευαγγέλιο λάμπει όπως ο ήλιος λάμπει για όλους. Ανάλογα όμως με την υγεία των ματιών μας βλέπουμε τον ήλιο. Έχεις υγιή μάτια; Βλέπεις ολοφώτεινο τον ήλιο. Δεν έχεις; Αναγκάζεσαι να φορέσης γιαλιά.
Θυμάστε το ιστορικό εκείνο από τον βίο του Αγίου Διονυσίου της Ζακύνθου:

Κάποια νύχτα χτυπάει κάποιος την πόρτα του Αγίου και του λέει:

- Σε παρακαλώ, Άγιε του Θεού, κρύψε με.

- Γιατι τι έκανες, παιδί μου;

- Σκότωσα άνθρωπο, κρύψε με.

Τον κρύβει ο Άγιος. Μετά από λίγο βλέπει ανθρώπους του νησιού να τρέχουν και να αναζητούν το φονιά. Φτάνουν στον Άγιο και του λένε:

- Μήπως πέρασε από δω κάποιος άνθρωπος, γιατι κάποιος σκότωσε τον αδελφό σου και τον ψάχνουμε.


- Δεν ξέρω, δεν πέρασε κανείς από δω. Αλλά γιατι σκότωσε τον αδελφό μου; Κοιτάξτε κάπου αλλού να τον βρήτε.

Και τον φονιά του αδελφού του τον είχε κρυμμένο ο Άγιος. Φύγανε αυτοί οι άνθρωποι και φυσικά δεν τον βρήκανε. Πηγαίνει μέσα και λέει στον φονιά:

- Τι σου έκανε αυτός ο καλός άνθρωπος και τον σκότωσες; Ξέρεις ότι ήταν αδελφός μου;

Σκεφθείτε και φαντασθήτε την κατάστασι του φονιά εκείνη τη στιγμή!

- Άνθρωπε, θα σου δείξω ένα δρόμο, για να φύγης, να μη σε πιάσουν και μετανόησε γι’ αυτό που έκανες.

Και τον ωδήγησε κρυφά και τον φυγάδευσε. Σκεφθήτε ανεξικακία, μακροθυμία κι Ευαγγελική αγάπη!

Εκείνο που πρόσεξαν πολύ και προσπάθησαν οι Άγιοι και οι Ασκηταί και οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν να αγαπήσουν τον πλησίον τους με όλη την αγάπη του Ευαγγελίου. Κι έτσι πέτυχαν την αγιότητα. Και σε μας τους αμαρτωλούς με τα τόσα βάρη, που σηκώνουμε επάνω στην πλάτη μας, μας δίδεται η ευκαιρία, μας δίδεται η εγγύησι από τον Θεό, ότι μπορούμε όλο αυτό το φορτιο να το πετάξουμε, να γίνουμε ελεύθεροι, να ανεβούμε με φτερά στον ουρανό. Μη λογίζεσθε κακό, ό,τι κι αν ακούσετε, ότι σας έκαναν. Συγχωρείτε με όλη την καρδούλα σας, με όλη την ψυχή σας και να ξέρετε, πως θα είσθε συγχωρημένοι από τον Θεό.
Πήγαν κάποτε κάποιοι στον Μέγα Θεοδόσιο και του είπαν:

- Μεγαλειότατε την προτομή σας κάτω εκεί στην Αντιόχεια, την χτύπησαν, την μωλώπισαν, την κατέστρεψαν. Διατάξτε τιμωρία για τους υπευθύνους.

Τι έκανε τότε ο βασιλεύς; Αυτός που είχε βασιλική καρδιά, αυτός που είχε το Ευαγγέλιο μέσα του, τι τους απάντησε;

-Μήτε μώλωπα έχω, μήτε τα μάτια μου βγήκαν, μήτε η μύτη μου έπαθε τιποτα. Αν έκαναν κάτι το έκαναν σε πράγμα άψυχο. δεν είναι τιποτα κακό. Γιατι να τους κάνουμε κακό; Να είναι συγχωρημένοι.

Γι’ αυτό, παιδιά όταν μας κατηγορούν, όταν μας συκοφαντούν, όταν μας πειράζουν, όταν μας ταπεινώνουν, όταν μας αδικούν, πρέπει κι εμείς να συγχωρούμε. Με όποια καρδιά, με όποια δύναμι, με όποια διάθεσι προσφέρουμε τη συγχωρητικότητά μας, όχι εκατονταπλάσια, άλλα μυριοπλάσια θα είναι τα αντίστοιχα αγαθά, που θα λάβουμε από τον Θεό. Να ο δρόμος! Να, πώς ακριβώς μπορούμε να σωθούμε! Να, η πύλη από την οποία θα εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών!

Τελειώνοντας σας δίνω όλες τις καλύτερες ευχές από την καρδιά μου την ταπεινή κι ελάχιστη και βρώμικη για πνευματική προκοπή και πρόοδο. Εάν σε κάτι σας σκανδάλισα να με συγχωρήσετε, διότι είμαι άνθρωπος και σαν άνθρωπος κάνω σφάλματα. Εύχομαι ταπεινά αυτά τα ολίγα, τα οποία εδώ μιλήσαμε από τα λόγια του Ευαγγελίου, αυτός ο θείος σπόρος, που σπείρεται στις καρδούλες σας, να μη πέση σε πέτρα, μήτε σε λίγο χώμα, μήτε στο δρόμο, που δεν φυτρώνει τιποτα, αλλά να βρη γη αγαθή και να καρποφορήση εκατονταπλασίονα, εις ζωήν αιώνων. Αμήν.

(Ομιλία σε σύναξι πιστών στο εξωτερικό το 1989)

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεϊτου, “Πνευματικές Ομιλίες”, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2012/10/blog-post_5063.html

Behind every test lurks the blessing of God


Almost all attribute their conversion to some ordeal.

Sorrow is not nice. However, behind it, behind the pain, behind the sorrow, behind the test, lurks the blessing of God, the rebirth, the reforming of man, of family. Almost everyone attributes his/her conversion to some test. They believe everything goes well, then God takes their child, and then there is mourning, pain etc. Then comes the grace of God which overshadows them, making these people calm. They approach the Church, approach the confession, approach the priest. Thanks to that child they go to the Church. Their pain makes them to seek, to pray for repose, to request liturgies.
Pain relieves the heart and makes it receptive to the word of God, while earlier it was hard and unreceptive. For example, a man during his youthful exuberance thinks, "I am and no one else is". There go the degrees, the glories, the health, the beauty and everything else. However, when he is laid in bed sick, he thinks differently. Vanity of vanity, everything is vanity. I may die, he thinks. What is the benefit of all these and he starts to think differently. It is like a man approaching him and tells him, "read this book and check what it says". He hears a word of God and then he listens to it. And if you give him a book, his pain has already made his heart suitable and he opens the book and the Bible and reads it and thus starts the repose of man. And when he is healed, immediately then he stands up and lives carefully his life and does not live like before with pride and with the fantasy he had.
Sickness and sorrow is by and large medicine of the providence of God to bring man closer to Him and increase his virtue.
The sickness and sorrow is by and large medicine of the providence of God to bring man closer to Him and increase his virtue. Job was the best man on earth but God wanted to make him even better. Before he was tested, Job was not famous. As soon as he was tested and fought, struggled, crowned and became rich, after that began his glory to this day. His example is the most brilliant one and empowers every man that is being tested. If he was tested being a saint, so much more us who are sinners. The result was he was made holy and was given again years of life and blessed him doubly and thrice with what he had, thus becoming a bright example throughout the centuries and for him to relax and say: "As the Lord wished so it happened. May the name of the Lord be blessed". He lowers his head and says: "God gave and God took" And even if He took my child, hasn't God given him to me? He took it. Where is my child? In heaven? So what happens there? He reposes there.
Behind every test lurks the will of God and the benefit which naturally he could not see at that time, but with time he will know the benefit. We have many such examples.
Like also the Saints Andronicus and Athanasia. They were a couple. He was a jeweler of great wealth etc. Part of his profit from work was used to feed his family. Another part of his profit he gave to the poor and a third of his profit was lent to people who had no money, interest free. They had two happy daughters. One day both died from sickness. Both parents went to bury them. Athanasia, the unfortunate one, would cry inconsolably over their graves. So did Andronicus. With great pain he started for home. Poor Athanasia stayed behind to mourn over their graves. "My children" and "My children" she cried. The sun was setting and the cemetery was closing. In her sorrow she saw a monk coming to her and telling her: "Lady why are you crying?"
How could I not cry Father?" (She thought he was the priest of the cemetery). "I buried both my children, my two angels, I laid them in their graves and I and my husband are left alone. We have no more freshness anymore.
He tells her: "Your children are in paradise with the angels. They are in the joy and grace of God and you cry? Pity, and you are a Christian.
"So they live my children? Are they angels?"
Of course your children are angels"
He was the Saint of that Church. Finally both Andronicus and Athanasia became monastics and were sanctified.
 


Elder Ephraim, Abbot of the Holy Monastery of St. Anthony's - Arizona
Tested spiritual admonitions for receiving our spiritual health and salvation.
Publication, "Orthodox Kypseli" Thessalonica.

“Friendship with the world is enmity with God"..


May an angel of God, my child, follow you and show you the path of God and of your salvation. Amen; so be it. I pray that God gives you health of soul, for this is a special gift of sonship which is bestowed only upon those souls that have been completely devoted to the worship and love of God.
The world attracts the youth like a magnet; worldly things have great power over the newly enlightened soul that just started to find its bearings and see its purpose in life and the duty calling him. “Friendship with the world is enmity with God. Whoever, therefore, wants to be a friend of the world makes himself an enemy of God.” God has stored up pleasures for eternity, for both He and our soul are eternal. There is no comparison between the pleasures of the world and the pure pleasures of God.
The pleasures of the world are obtained with toil and expenses, and after their momentary enjoyment, they are followed by various consequences, so that they are incorrectly called pleasures. The pleasures of God, however, do not have such consequences, because spiritual pleasures down here on earth are the firstfruits of an eternal series of pleasures and delights in the kingdom of God. Whereas on the contrary, one who has been corrupted by the pleasures of the world is compelled to undergo eternal damnation along with the first instigator of corruption, the devil.
The time of our life, my child, has been given to us as a sum of money so that each of us may trade for his salvation, and depending on the trade we deal in, we shall become either rich or poor. If we take advantage of the “money” of time by trading to increase our spiritual wealth, then we shall truly be skilled traders, and we shall hear the blessed voice: “Well done, good and faithful servant! You were faithful over a few things, I will make you ruler over many things. Enter into the joy of your Lord.”
At the end of our life, an exact account will be demanded of each one of us: how and where we spent the money of time, and woe to us if we have squandered it in movie theaters, in entertainments, in debauchery, in futile dreams, in carnal pleasures. Then what defense will our tied tongue be able to utter, and how will we be able to lift up our eyes and see our Christ, when He enumerates the countless benefactions which His boundless love profusely poured upon us?
Now that we have time, now that the money of time has not yet been spent completely and we still have it at our disposal, let us reflect sensibly on the vagrant world which seeks to rob us. Let us push it away like a putrid dead dog, and with that money let us run to buy precious works which, when tried by fire, will become very bright—gifts worthy of our Holy God, fit to be used as a decoration in the holy Jerusalem of Heaven. We should not purchase chaff, that is, punishable works of darkness, for we shall go down with them into the eternal fire of damnation, where the multitude of people who embezzled God’s gifts will reap whatever they sowed! Sow good works with tears, and then in a time of visitation you will reap the sheaves of enjoying eternal life!
 

From Counsels from the Holy Mountain, by Elder Ephraim of Philotheou, Mount Athos,

Monday, July 6, 2015

Thank our good God in everything and do not let our enemy see you lose your patience ..


My child, be patient in everything, for the reward is great. Do not look at the weight of afflictions, but consider the payment: your light afflictions reserve eternal glory for you in the heavens that far outweigh them all. (cf. 2 Cor. 4:17 ). 


For this reason you should rejoice instead of grieving. Thank our good God in everything and do not let our enemy see you lose your patience, because then he will attack you even more in order to demolish the wall of patience completely.


Elder Ephraim Arizona




Let us not lose our courage; for invisibly present is Jesus ..


It is very consoling, my child, that each one of us will receive his reward based on how much he has labored for the love of Christ. It involves much labor to bear the burden of souls in the present era which is ruled by egotism and self will. 


Let us not lose our courage; for invisibly present is Jesus, Who will rebuke the stormy sea of trials and bring the calm of grace. Struggle upon the raging waves; call upon the only all-powerful God: 

“Lord, Lord, look down from heaven and behold my trials and perfect my soul to do Thy will, for Thou art my God.” (cf. Ps. 79:15-16 ).


Elder Ephraim of Arizona

Δεν γνωρίζεις, παιδί μου, ότι δωρεάν σώζει τον άνθρωπον ο Θεός


Δεν γνωρίζεις, παιδί μου, ότι δωρεάν σώζει τον άνθρωπον ο Θεός; 


Βεβαίως οι κόποι δείχνουν την προαίρεσιν του ανθρώπου και όχι αυτοί καθ’ εαυτοί δύνανται να απαλλάξουν τον άνθρωπον εκ των παθών του, αλλά δια να μάθωμεν να ελπίζωμεν εις τον Θεόν και όχι εις τους κόπους μας, επιτρέπει ο Θεός μετά από κόπον να μην έχωμεν φυλαχθή από το κακόν. 

Συν τω κόπω να λέμε λοιπόν ότι, εάν δεν φυλάξη ο Θεός τον άνθρωπον, τα έργα του είναι άνεμος και φεύγουν κούφια.


Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

Έρχονται δια να μας διδάξουν το να γίνωμεν φερέπονοι


Αγαπητέ μου εν Χριστώ αδελφέ…, η χάρις της Κυρίας ημών Θεοτόκου να σε διαφυλάττη από κάθε τι, που θα λερώση την ψυχούλα σου. Αμήν.
«Θλίψεις και ανάγκαι εύροσάν με…, αι εντολαί Σου μελέτη μου…» ( Ψαλμ. 118,143 ).


Αι θλίψεις διαδέχονται η μία την άλλην, έχομεν ανάγκην υπομονής. Μελετώντας δε τον θείον Νόμον, φωτιζόμεθα πώς να τας υπομένωμεν, διατί έρχονται, ποίον σκοπόν έχουν. 


Έρχονται δια να μας διδάξουν το να γίνωμεν φερέπονοι, δόκιμοι αγωνισταί, οπαδοί Εκείνου, που εσταυρώθη δι’ ημάς, αδελφοί όλων των Αγίων, που εβάδισαν την ακανθώδη οδόν του Σταυρού, οι μάρτυρες με το μαρτύριον, οι όσιοι με την άσκησιν, οι Χριστιανοί με την τήρησιν των αγίων εντολών και τους ποικίλους πειρασμούς, που γεννά ο κόσμος, ο διάβολος και η σάρκα. Ουδείς εσώθη εν ανέσει και άνευ πειρασμών. Άρα έπεται ότι, εάν και ημείς υποφέρωμεν πειρασμούς, πρέπει να χαιρώμεθα, διότι έτσι εβάδισαν όσοι εσώθησαν. Και εφ’ όσον και ημείς θέλομεν να σωθώμεν, άλλος δρόμος δεν υπάρχει, ει μη αι θλίψεις!
 


Αι θλίψεις έρχονται με τον σκοπόν να μας φέρουν πλησιέστερα προς τον Θεόν. Διότι αι θλίψεις θλίβουν, στενοχωρούν την καρδίαν και ακολουθεί κατόπιν το να απαλυνθή και να ταπεινωθεί. Όταν δε ταπεινωθή, επιβλέπει προς αυτήν ο Θεός: 
« Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει», « Επί τίνα επιβλέψω, ει μη  ασμών στενοχωρείται και λυπείται, καθ’ ον χρόνον έπρεπε να χαίρεται, διότι βαδίζει τον δρόμον του ιερού Γολγοθά και των Αγίων.
 


Η χάρις του Θεού, η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα, ας βοηθήση όλους μας να κάμνωμεν υπομονήν εις όλα, ίνα αξιωθώμεν της βασιλείας του Θεού. Αμήν.


Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας


Πατρικαι Νουθεσίαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄
Περί θλίψεων, πόνων και κόπων.

Saturday, July 4, 2015

Fear nothing when you have Christ within you


 
When Christ lives within you, fear nothing. In order for Christ to live within you, much humility is needed. Mentally fall at His immaculate feet and weep, saying: “My Jesus, Thou alone art left for me in this humble life of mine as light and life. Show me Thy spiritual beauty, so that I may be filled with divine love and run after Thy myrrh and cry out, ‘My soul has cleaved to Thee, Thy right hand has helped me.’ Oh, my Jesus, when shall I come and appear before Thy face? When, O light of my soul, shall I see Thee and be filled and say, ‘Oh, the depth of the riches of the wisdom and knowledge of God!’”


Yes, my child, love humility above all, and then you will obtain Jesus, Who is lowly in heart, as an everlasting possession in your soul. Inhale Jesus; exhale Jesus, and then you will know what Jesus is!

Christ commanded that we forgive our enemies seventy time seven every day. How much more so does He forgive, He Who is the Abyss of forgiveness! If you were able to count the drops of rain and the grains of sand, you would be able to measure only a small part of the infinite compassion of the infinite God.



Elder Ephraim - Arizona

Monks of St. Anthony's



They surrender their lives to the “Geronta” or “Elder” or “Starets” trusting him to lead them to perfection and sanctification-”theosis”.

They always gaze toward the Cross of Christ seeking the strength and consolation of the Crucified and Risen Lord.

Through Prayer, Obedience and Humility they become “like Christ”. They crucify their flesh and their will so that they may transform themselves from fallen human beings to “transfigured children of God”.




As our two small buses rolled through the arid desert, my mind wondered “where on earth have they come to live?” Then, the oasis appeared suddenly ahead of us transforming the “coldness” of the land to a warm and welcoming embrace; I felt the heartbeat of the monastic prayer rising around me “Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me a sinner,” and my heart was filled with joy of anticipation: What couldn’t come from five days in an Athonite-style monastery in the desert of Arizona? How will this experience affect us individually and as a group?

The buses drove into the dusty parking lot surrounded by ancient cactuses and “jumping joys” and stopped in front of the arched gateway that leads to the courtyard of the monastic settlement.

The group members quickly disembarked from the two buses and carried their luggage to the covered kiosk.

Sighing with relief (mission accomplished!), I deposited my things on the bench and took out my camera. The byzantine style church rising humbly into the crystal clear blue sky, while hiding shyly behind a mixture of desert and tropical trees and beautiful flowers, the black-clad monks coming up politely to offer us water and “loukoumi”, and the women of our group unrecognizable behind their head scarfs and long dresses, provided the backdrop of the setting that we were to become accustomed to for the next five days.

This was different, very different from whatever I had experienced in my last thirty years of traveling to monasteries. It was bound to be a unique experience.

A tall monk from Russia, in his early thirties (speaking fluent Greek)) showed us to our rooms. The women had to walk all the way to the outskirts of the desert settlement to two brand-new buildings where they shared rooms together. The men were led to the nearby guest house and I was taken to the “Episcopal residence”-a spacious apartment where the priests would stay in rooms with two beds each; the bishop’s section (where metropolitan Gerasimos of San Francisco stays when he visits here) was locked. The spacious kitchen and living-room soon became a gathering place for the visiting priests. As I entered the apartment I was greeted by Fr. Photios from the Pittsburgh Metropolis, a retired priest who was here since Saturday, waiting to see Fr. Ephraim, the Geronda. He offered to show me around and helped me get oriented.

At 3:30 pm the sound of the wooden “symandron” filled the air with its hoarse sounds; it was time for Vespers. I put on my Exorason and Kalimafki and headed for the “katholikon”.

The church was already crowded with pilgrims. Our group members quickly disappeared in the crowd. I took my seat next to Fr. Photios at the front left side where the guest-priests stand. The service of the ninth hour finished and the priest on duty moved from the back of the church to the royal gate; the Vespers began. I looked around searching for my wife’s god-son who lives here in this monastery as a monk, Fr. Vasilios. He was received into the Orthodox Church in Orlando and my wife became his sponsor some twenty five years ago. He later followed the route to Mount Athos, where he became an Orthodox monk. After several years on the Holy Mountain, Fr. Vasilios was asked by Geron Ephraim to return to the U.S. to serve in the newly founded monasteries here. He reluctantly obeyed.

Tonight, there he was at the left chanter’s stand singing the “Kekragaria”. His proficiency in Greek surprised me even more than his ability to chant in the Byzantine mode. He stands out as the first African American to serve on Mount Athos for so many years. His life is a testimony of the yearning of the human heart for the higher existence. I had not seen him in seventeen years, so a sense of joy filled my heart tonight. There he was, worshiping, singing and living in this ascetic setting.

At the conclusion of the Vespers, the monks sang the Paraklesis Service of St. John Chrysostom – today was the celebration of his memory (November 13).

We exited the church heading for the “Trapeza” (the Dining Hall). The priests sat on a table next to the abbot’s, the monks along the wall on one side, the men in the middle tables and the women along the wall on the other side. Prayers were offered and the meal began. A monk from the “amvon” of the refectory read aloud in a monotone voice about the life of St. John Chrysostom. We all ate quietly and waited for the abbot to ring the bell so that we can pour water in out stainless-steel cups to quench our thirsts. The food was plain (Monday is a fasting day for the monks), but it tasted so good-it always does in monasteries. I remember, we discussed this several times with George and Ted during my last trip to Mount Athos with them in 2004; there is no other explanation, we concluded, the prayers of the monks who prepare this food must be the reason why it tastes so good. Most of us would not eat this way at home and yet the food here tasted as if it was the best on earth. The bread, especially – four different kinds of it – fresh out of the oven, was unbelievably tasty.

Soon, the abbot rang the bell and we all stood for thanksgiving prayers. The monk who read throughout the meal descended from the amvon and headed to the abbot. After he received a blessing and a piece of bread the dinner was concluded with the “special prayer after a meal” and the abbot walked to the entrance of the “trapeza”, raised his right hand in the mode of blessing and blessed us all as we exited, first the priests, then the monks, the men and finally the women. After everyone came out, we followed the abbot back to the church for the reading of the Small Compline, followed by the Akathist Hymn to the Theotokos. Evening services were over at about 6:15 pm and “lights out” would be at 8:00 pm.

We regrouped to evaluate our first experiences; a feeling of awkwardness hang over us. For most of the members of the group this was the first exposure to a monastic setting. The black attire of the monks, their long beards, their covered heads, the fast reading in church (all in Greek), but above all the distance the monks placed between them and us made most of us uncomfortable (I was later told by one of the monks that only few of them have permission to speak with the guests). One of the members of the group expressed that this awkwardness was almost a kind of fear of the monks. They were different. They were unusual. They were from a different world. I pointed out that this was a natural reaction. We were coming from a different world. This was a culture shock for us. Let’s give ourselves time to adjust.

We closed our meeting and headed for bed. I was exhausted. I arrived at the “Episcopal residence” to discover that I had a roommate, Fr. Theodoros. We quickly found out that our paths had crossed at the seminary during my last year at Holy Cross, when he joined the program himself. I felt like I knew him for ever. He expressed that same feeling too.

The “symandron” rang at 1:50 am,. In a matter of minutes we were in church. The Midnight service had already begun. I took my seat with the guest-priests as the monks moved into place, their dark silhouettes moving about quickly in the dimly lit church as they venerated the icons and took their seats on either side at the front of the church. The Fisrt Hour was followed by the Third Hour and then we entered the Orthros. The order of the services is a bit different at the monasteries; they follow the Typicon of St. Savvas. In the parishes we follow the Cathedral Typicon. The monasteries read extra Psalms, sing the Canon of the Feast and do the services of the Hours. The Sixth Hour followed the Orthros and then we entered the Divine Liturgy. This was the Feast of St. John Chrysostom and the services were richer in content as the great father of the Church was honored today.

All the monks lined up for Holy Communion. They have Liturgies every day, but they usually receive Holy Communion on Tuesdays, Thursdays and Saturdays after they had fasted strictly on the previous days (Monday, Wednesday and Friday). Fasting is a constant askesis for them. They never eat meat and their diet is mostly vegetables, beans, olives and salads. Eggs and cheese are consumed on days of no fasting and fish or shell-fish on days of celebration.

I had asked our group not to go for Holy Communion today. We wanted to immerse ourselves in prayer and the monastic life for a couple of days, have Confession on Wednesday and then receive on Thursday. That would make Holy Communion more meaningful and raise our experience to a higher spiritual level.

Breakfast was available for us at about 5:30 am as we exited the Divine Liturgy. Eggs, cheese and milk were served, but the monks were not there. They have only two meals a day. By six o’clock we were finished. It was still dark outside and the stars shown brighter than I had seen in a long time. The group members agreed to meet at 10:30 am for a tour of the monastic settlement. We then headed back to bed to catch up on our missed sleep. There was a lot more to see and experience, but it all could wait.

Our rendezvous was at the kiosk by the main entrance. The women were all there, but the men had gone to the kitchen to help set up for lunch. The monks had asked them to lend a hand. The dining room had to be ready by 12:30 pm for over 150 people. The monastery was at full capacity. A bus of 55 Arab speaking Palestinian Christians from California had arrived late last night. Men, women and children accompanied by two priests, father and son, were here to stay for two nights. The monks have to feed everyone, prepare our beds, wash the sheets and towels, clean the rooms and also take care of the gardens. Some of them were working at the construction site of a new chapel on a nearby hill dedicated to prophet Elias.

The meal at lunch was delicious; baked salmon, potatoes, fresh bread and salad. This was a feast!

The group met after lunch to tour the campus. The men now had a different perspective than last night. The fear of the monks was gone. “They are cool guys, they are our friends,” one of them explained. “After working side by side with them and getting to talk to them, I feel very different.” The fear has been replaced by the warm feeling of friendship. The monastic setting is having an effect on hearts and minds. I am certain we will leave here deeply changed by the experience.


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/08/monks-of-st-anthonys.html