Thursday, August 16, 2018

Για το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )



Ο Θεός με το στόμα του Προφήτου Ησαΐα μάς παραγγέλλει λέγων: «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών. Μάθετε καλόν ποιείν» (Ησ. α' 16).

Η μετάνοια προϋποθέτει αμαρτία. Όποιος δεν έχει αμαρτία, αυτός δεν έχει ανάγκη μετανοίας. Όλοι, και πρώτος εγώ, αισθανόμεθα αμαρτωλοί.

Η αμαρτία είναι τραύμα στην ψυχή, πληγή στην συνείδησι που μας πονάει, τραύμα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, της οποίας είμαστε μέλη. Η αμαρτία είναι κάρφωμα και ξανακάρφωμα στο Χριστό. Ποιος δεν έχει τραυματισθεί από την αμαρτία; ποιος δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια, με τις πράξεις του, με τους λογισμούς; ποιος δεν κτυπήθηκε κατάστηθα από τις τύψεις της συνειδήσεως; Όποιος θα πη πως δεν έχει αμαρτήσει, αυτός θα έχει πει το μεγαλύτερο ψέμα....

Αλλ' εάν η αμαρτία είναι το τραύμα, η μετάνοια είναι το φάρμακο· είναι το ευλογημένο δώρο του Θεού στον άνθρωπο....



Πολλοί χριστιανοί, με ευλαβή πόθο, αναζητούν να βαπτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό, αλλ' όσες φορές και αν μπούνε στον Ιορδάνη ποταμό και όσα μπουκάλια αγιασμό και αν πιούμε, αν δεν μετανοήσουμε δεν σωζόμεθα. Κοντά μας, δίπλα μας, είναι ο Ιορδάνης ποταμός. Κυλάει μέσα στην Εκκλησία, είναι η γλυκεία μετάνοια και εξομολόγησις. Ας λου¬σθούμε μέσα στην μετάνοια, διότι με αυτήν σβήνουν όλα τα αμαρτήματα. Και το λουτρό της μετανοίας εί¬ναι το δεύτερο βάπτισμα. Αυτό δε το λουτρό του θεϊκού βαπτίσματος, που λέγεται μετάνοια, γίνεται συνειδητά και αποφασιστικά. Πλένομαι, για να μη ξαναλερωθώ, ασχέτως αν δεν τα καταφέρω. Πλην πλένομαι με την απόφασι να μη ξαναλερώσω τον χιτώνα της ψυχής μου.

Το έλεος του Θεού είναι ανταπόκρισις στη μετάνοια του ανθρώπου. Με τον ερχομό του Χριστού, η μετάνοια δεν είναι απλώς μεταμέλεια και εξομολόγησις αμαρτιών, αλλ' είναι άφεσις, συγχώρησις, εξάλειψις τελεία των αμαρτιών. Η μετάνοια είναι ένας θρήνος που οδηγεί στην χαρά. Είναι το χαροποιό πένθος. Η μετάνοια είναι η σπορά των δακρύων, που φέρνει το θερισμό της λυτρώσεως... Με την αμαρτία χάνουμε την ηρεμία της συνειδήσεως. Με το κλάμα της μετα¬νοίας παίρνουμε πίσω αυτό που χάσαμε. Με την αμαρτία χάνουμε το πολυτιμώτερο αγαθό, την ψυχή μας. Πεθαίνει η ψυχή μας. Και αν κλάψουμε για τις αμαρτίες μας, θ' αναστηθή η ψυχή μας....

Να κλάψουμε για τα αμαρτήματα μας, όπως έκλαψε ο Δαβίδ, που έβρεχε το προσκέφαλό του με τα δάκρυα του. Να κλάψουμε όπως η πόρνη, που τα δάκρυα της μοσχοβόλησαν περισσότερο από τα μύρα της, με τα όποια έβρεξε τα πόδια του Χριστού. Να κλάψουμε όπως έκλαψε ο Απόστολος Πέτρος μετά την άρνησι του Διδασκάλου. Να κλάψουμε όπως έκλαψε ο Απόστολος Παύλος όταν θυμόταν ότι δίωξε την Εκκλησία του Χριστού. Να κλάψουμε όπως έκλαψαν οι μεγάλοι αμαρτωλοί που έγιναν άγιοι. Να κλάψουμε για τα δικά μας αμαρτήματα, αλλά να κλάψουμε και για τα αμαρτήματα των άλλων. Αμάρτησε ο άλλος; μη τον κατακρίνης. Κλάψε για την πτώσι του, δέστην σαν δική σου πτώσι. Είμεθα «αλλήλων μέλη». Ο άλλος είναι μέλος του ιδίου με σένα σώματος· μέλος του σώματος του Χριστού. Κλάψε εσύ για τον άλλον, όπως έκλαιγε ο Παύλος και έλεγε: «Ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νουθετών ένα έκαστον». Κλάψε εσύ για το παιδί σου που παρανόμησε, για το Χριστιανό που γλύστρισε και έπεσε.

Η αμαρτία είναι φωτιά. Και οι κρουνοί που σβύνουν αυτή την φωτιά, είναι οι κρουνοί της μετανοίας. Αν πιάση φωτιά το διπλανό σπίτι, δεν θα τρέξης και εσύ για να σβύση η φωτιά; Αν αδιαφορήσης, η φωτιά θα επεκταθή και στο δικό σου σπίτι. Έτσι δεν μπορείς ν' αδιαφορήσης όταν ο άλλος καίγεται από τη φωτιά της αμαρτίας. Ρίξε τα δάκρυά σου για να σβεσθή η φωτιά. Αν αδιαφορήσης, θάχης και συ κρίμα, αμαρτία. Κι αν όχι μόνο αδιαφορήσης αλλά γελάς κι όλας και σχολιάζης την αμαρτία του άλλου και την διαπομπεύης, τότε πια θα επιτρέψη ο Θεός να πέσης και εσύ, και η φωτιά της δικής σου αμαρτίας, μπορεί να είναι ο προθάλαμος της κολάσεως, κατά τον ιερό Χρυσόστομο.



Επιμένει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι πρέπει να θρηνούμε για τα αμαρτήματα των άλλων, αν αληθινά τους αγαπάμε. Αν ο άλλος βρίσκεται στο στόμα του λύκου, θα τον αφήσουμε να κατασπαραχθή; Αν ο άλλος κινδυνεύη να πνιγή, θα τον αφήσουμε να καταποντισθή;

Η μετάνοια, εξαλείφει όλα τα αμαρτήματα. Έχουμε δύο πραγματικότητες: η μία είναι η φιλανθρωπία του Θεού, η άλλη είναι η αμαρτωλότητα του ανθρώπου. Σας ερωτώ: Ποια από τις δύο είναι μεγαλύτερη; Τα αμαρτήματά μας, όσα κι αν είναι, είναι ωρισμένα και συγκεκριμένα. Η Φιλανθρωπία του Θεού είναι άπειρη, αμέτρητη. Ο ιερός Χρυσόστομος για να παρηγορήση τους αμαρτωλούς, παρουσιάζει το παράδειγμα με το κάρβουνο. Έχεις ένα αναμμένο κάρβουνο. Σε καίει. Αν όμως ρίξης το κάρβουνο αυτό μέσα στο πέλαγος, ποιος θα νικήση· το πέλαγος ή το κάρβουνο; Ασφαλώς το πέλαγος. Ένα τσαφ θ' ακουσθή και θα εξαφανισθή το αναμμένο κάρβουνο.

Κάρβουνο, που κατακαίει τα σωθηκά μας, είναι η αμαρτία. Τι πόνος! Μη το αφήνης. Πάρτο την ώρα της σωστικής εξομολογήσεως και ρίξε το στο Πέλαγος της Φιλανθρωπίας του Θεού. Αμέσως το κάρβουνο της αμαρτίας σου θα σβύση και θα εξαφανισθή. Και αν μου πης πως δεν έχεις ένα κάρβουνο, αλλ' έχεις πολλά αμαρτήματα που σε καίνε, θα σου πω και εγώ, ότι το έλεος του Θεού δεν είναι απλώς πέλαγος· είναι Ωκεανός· είναι κάτι απείρως μεγαλύτερο. Το πέλαγος και ο Ωκεανός έχουν κάποιο μέτρο, κάποια όρια, κάποιο τέλος. Η Φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απροσμέτρητη, απεριόριστη, ατέλειωτη.



Συνεχίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Όταν με δάκρυα μετανοούμε, να είσθε βέβαιοι ότι το σφουγγάρι της αγάπης του Θεού σβύνει όλα τα αμαρτήματα. «Το αίμα Ιησού Χριστού του υιού αυτού, καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α' Ιωάν. 1, 7). Και η αγάπη του Θεού σβύνει όλα τα αμαρτήματα, ώστε ούτε ίχνος δεν αφήνει.

Αν εχης ένα τραύμα, γιατρεύεται, αλλά παραμένει το σημάδι, η ουλή. Αν έχης μία αμαρτία, με την μετάνοια συγχωρείται και εξαφανίζεται και ούτε ουλή μένει.

Η μετάνοια οδηγεί σ' ένα καταπληκτικό θαύμα, στη λήθη του Θεού. Ο Θεός, καρδιογνώστης και παντογνώστης, που μέσα στη μνήμη Του είμεθα όλοι οι άνθρωποι, και είναι όλες οι πράξεις μας, αυτός ο Θεός φθάνει στην αμνησία! Λησμονεί τα αμαρτήματα των ανθρώπων που ειλικρινά μετανοούν.


Ω! πόσο θάρρος και παρηγοριά μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος! Ο χρυσός στην γλώσσα και στην καρδιά, ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου, μισεί την αμαρτία, αγαπά τον αμαρτωλό· καυτηριάζει τα αμαρτωλά πάθη, αγκαλιάζει τους αμαρτωλούς. Ο Χρυσόστομος φοβάται να μη πέση ο αμαρτωλός σ' ένα από τα δύο άκρα. Το ένα άκρο είναι η απόγνωσις και η απελπισία. Το άλλο είναι η ραθυμία και η επανάστασις. Ο διάβολος έχει δύο όπλα, με τα οποία δίνει τη χαριστική βολή στον αμαρτωλό. Το ένα όπλο είναι για τους ευαίσθητους, το άλλο για τους αναίσθητους.

Για τους ευαίσθητους διαθέτει το όπλο της απογνώσεως, της απελπισίας. Προσπαθεί ν' απελπίση τον αμαρτωλό.


Πω πω! τι είναι αυτό που έκανες; τώρα για σένα δεν υπάρχει σωτηρία. Ποιος θα σε σώση; - όχι άπαντα ο Χριστιανός. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά της απογνώσεως. Φύγε, αλητήριε, γιατί με τη σκιά σου κρύβεις τον σταυρό του Χριστού, την μεγάλη μου ελπίδα. Αμαρτάνω, ναι, το ξέρω, αλλά πιστεύω στο έλεος του Θεού.

Για τους αναίσθητους έχει το όπλο της ραθυμίας και επαναστάσεως.

Έλα, καϋμένε, καλός είσαι. Και τι έκανες στο κάτω κάτω για να μετανοήσης; Εγκληματίας είσαι; δεν σκότωσες και κανένα; Μακάρι νάσαν όλοι σαν και σένα.


Όχι άπαντα ο Χριστιανός.

Ύπαγε πίσω μου, Σατανά της ραθυμίας και της ψευδαισθήσεως. Φύγε, γιατί η μορφή σου μού κρύβει τον πνευματικό καθρέπτη, για να καθρεπτιστώ και να ιδώ, με συναίσθησι, ότι είμαι γεμάτος πληγές και έχω ανάγκη θεραπείας.


Η μετάνοια έχει μεγάλη δύναμι. Παίρνει το κάρβουνο και το κάνει διαμάντι. Παίρνει τον λύκο και τον κάνει αρνί. Παίρνει τον άγριο και τον κάνει άγιο. Παίρνει τον αιματοβαμμένο ληστή και τον κάνει πρώτο κάτοικο του Παραδείσου. Ακριβώς, επειδή έχει τέτοια δύναμι η μετάνοια, γι' αυτό ο Διάβολος αγωνίζεται ν' αποτρέψη τον άνθρωπο από την μετάνοια. Έτσι εξηγούνται οι αντιρρήσεις πολλών ανθρώπων ως προς την μετάνοια και την εξομολόγησι.

Λέει κάποιος «Αφού θα ξαναπέσω, γιατί να πάω να εξομολογηθώ; Ξέρω ότι θα ξανακάνω τα ίδια...». Αδελφέ μου. Η αμαρτία είναι σαν την αρρώστια. Δεν αρρωσταίνεις μια φορά. Πολλές φορές αρρωσταίνεις από την ίδια αρρώστια. Και κάθε φορά που αρρωσταίνεις πηγαίνεις στο γιατρό και παίρνεις φάρμακα που σου δίνει. Το ίδιο κάνε και για την ψυχή σου. Κάθε φορά που πληγώνεσαι, έστω και αν πληγώνεσαι στο ίδιο μέρος, μετανόησε και εξομολογήσου. Κάποτε το φάρμακο της χάριτος θα γιατρέψη ολότελα την συγκεκριμένη πληγή.



Το αμαρτωλό πάθος μοιάζει πολλές φορές με δένδρο, που ρίζωσε βαθειά και φαίνεται δύσκολο να ξερριζωθή. Είδες τι έκαμναν οι υλοτόμοι στην παλαιά εποχή; Με τσεκούρι έκοβαν το δένδρο. Φαντάσου δένδρο ριζωμένο, με μεγάλο κορμό. Ο υλοτόμος το κτυπά με μια τσεκουριά. Δεν πέφτει ασφαλώς με την πρώτη τσεκουριά. Το κτυπά με δεύτερη, με τρίτη, με δέκα... Κάποτε το δένδρο λυγίζει και πέφτει. Έτσι είναι και το αμαρτωλό πάθος. Μπορεί με την πρώτη τσεκουριά να μην πέση. Συνέχισε με την διαρκή μετάνοια να κτυπάς το πάθος. Να είσαι σίγουρος, πως κάποια μέρα, θα πέση το πάθος, θ' απαλλαγής από την αμαρτία που χρόνια σε βασάνιζε. Έτσι λέει ο Ιερός Χρυσόστομος.



«Μετανοώ, αλλά ντρέπομαι να ομολογήσω τ' αμαρτήματά μου. Είναι τόσα πολλά, ώστε ντρέπομαι να τα παρουσιάσω στον εξομολόγο κληρικό». Η ντροπή πρέπει να υπάρχη, αλλά προ, όχι μετά την αμαρτία. Να ντρεπώμεθα να διαπράξωμε το κακό, να μη ντρεπώμεθα να ομολογήσουμε το κακό.

Η μετάνοια εκφράζεται σαν ομολογία των αμαρτημάτων, σαν εξαγόρευσις. Μη ντρέπεσαι να πης τις αμαρτίες σου. Κάποτε θα γίνη η αποκάλυψις των αμαρτημάτων μας. Ή θα τις αποκαλύψουμε εμείς, μόνοι μας, μπροστά σ' ένα πρόσωπο, στον πνευματικό, ή θα τις αποκάλυψη ο Θεός την ήμερα εκείνη μπροστά σ' όλους τους αγγέλους και τους ανθρώπους. Αν προλάβουμε πρώτοι να κατηγορήσουμε τον εαυτόν μας με την μετάνοια, εξαλείφονται όλες οι αμαρτίες μας και αθωωνόμαστε.



«Είμαι τόσο πολύ αμαρτωλός, που αμφιβάλλω για την σωτηρία μου...». Αδελφέ μου συναμαρτωλέ! Ο Παράδεισος δεν είναι για τους αναμάρτητους. Είναι για τους αμαρτωλούς. Ο Παράδεισος είναι γεμάτος από αμαρτωλούς που μετανόησαν. Είναι και για μας ανοικτός ο Παράδεισος. Αρκεί να κάνουμε το πρώτο βήμα εμείς· το βήμα της μετάνοιας. Τότε σπεύδει ο Θεάνθρωπος Κύριος να κάνη δέκα βήματα για να μας αγκαλιάση· είναι τα βήματα του ελέους και της συγγνώμης.

Με πόνο θερμής προσευχής ας πούμε:

Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μάς έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας. Είσαι η Αλήθεια μέσα σε τόσα ψέματα. Είσαι η Χαρά μας μέσα σε τόσες θλίψεις. Είσαι η Λύτρωσίς μας μέσα σε τόση αμαρτία. Είσαι η Ειρήνη μέσα σ' ένα κόσμο τόσο ταραγμένο.

Δόξα τη μακροθυμία και τη Ανοχή σου Κύριε. Αμήν.
 Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Struggle with love, patience, and humility to disable the traps of the devil with God’s help. ( Elder Ephraim of Arizona )


Without the Lord’s assistance, we are unable to do anything good. Therefore, we need much humility to find repose for our souls. The evil one will never cease shooting at us with his flaming arrows and trying to overcome and dominate us. But we also have many deadly weapons. In particular, the prayer “Lord Jesus Christ, have mercy on me” literally burns him. This is why he tries to fight us in an indirect manner. But our Christ enlightens us with His holy commandments to fight him. 
The devil is using that person to fight you and make you transgress God’s holy commandments, and in this way to harm not only you, but primarily to grieve and fight God through your transgressions. Whereas, on the contrary, if we struggle to keep the word of God persistently, we not only save our souls, but also we become the means by which God is glorified. “Those who glorify me shall I glorify” (1 Kings 2:30 ). 
Therefore, my child, struggle with love, patience, and humility to disable the traps of the devil with God’s help. Perhaps through you, He will enlighten this person to repent. “Overcome evil with good” (Rom. 12:21 ).
Elder Ephraim of Arizona

Monday, August 13, 2018

Ας φορέσωμεν και ημείς τον ακάνθινον στέφανον των θλιβερών του βίου ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )

Όσον και εάν μας τυραννά ο φρικτός τύραννος των ψυχών μας εκ φθόνου και κακίας, θα έλθη η ώρα που θα κρίνη ο Θεός την κακίαν του και ημάς τους πεφορτισμένους θα μας χαρίση την ανάπαυσιν αιώνια. 
Υπομονή, παιδί μου, ας φορέσωμεν και ημείς τον ακάνθινον στέφανον των θλιβερών του βίου, καθώς και το πρωτότυπόν μας, ο Χριστός. Ας εμπηχθούν βαθειά τα αγκάθια εις την κεφαλήν μας και ας ρεύση αίμα οδυνηρόν, ίνα οι πόνοι αυτοί και το αίμα ωραϊσουν και δοξάσουν το ένδυμα των ψυχών μας, ίνα μη αισχυνθώμεν, όταν φανώμεν έμπροσθεν του Χριστού βλέποντες τας άλλας ψυχάς πλήρεις δόξης και καθαρότητος. 
Υπομονή, ο χειμών θα παρέλθη των θλιβερών και η ωραία άνοιξις θα φέρη την ευωδίαν της χάριτος του Θεού.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης 

Friday, August 10, 2018

ΟΙ ΖΗΛΩΤΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΛΑΝΕΜΕΝΟΙ! ( Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής )

ΘΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ! [1]

Την εγκύκλιο[2] την διάβασα εγώ, διότι ο γέροντας ούτε να τη διαβάσει δεν δέχτηκε, και ας ήταν και ζηλωτής! Μεταξύ των άλλων έγραφε και τα ακόλουθα: «ότι τα υπό των Νεοημερολογιτών τελούμενα Μυστήρια, ως σχισματικών όντων τούτων, στερούνται της Αγιαστικής χάριτος.
Ωσαύτος ουδένα Νεοημερολογίτην δέον να δέχεσθε εις τους Κόλπους της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Εκκλησίας και κατά συνέπειαν να εξυπηρετείτε τούτον, άνευ προηγούμενης ομολογίας δι’ ης να καταδικάζη ούτος την καινοτομίαν των Νεοημερολογιτών και να κηρύσση την Εκκλησίαν τούτων σχισματικήν. Προκειμένου δε περί βαπτισθέντων υπό των καινοτόμων να Μυρώνωνται δια Αγίου Μύρου ορθοδόξου προελεύσεως, το οποίον ευρίσκεται εν αφθονία παρ’ ημίν…»
. . . Όταν τα διάβασα αυτά με έπιασε ανατριχίλα. Θεώρησα αυτόν που έγραψε την εγκύκλιο ότι ήταν δήμιος. Οι παλαιοημερολογίτες απεκήρυξαν όχι έναν ή δύο επισκόπους, αλλά ολόκληρη την τοπική Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία ούτε προς στιγμήν δεν έπαυσεν να έχει κανονικές σχέσεις με όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Μόλις, λοιπόν, ανέγνωσα την εγκύκλιο, ήταν νύχτα και τελείωνε από την αγρυπνία του ο Γέροντας, πήγα και του είπα:

– Γέροντα, η εγκύκλιος γράφει αυτά κι αυτά.
– Τέρμα! Αποχωρούμε! Αυτοί έπεσαν έξω. Δεν μπορεί να είναι η αλήθεια του Θεού αυτή. Θα πρέπει να γυρίσουμε με τα μοναστήρια. Αλλά θα κάνουμε προσευχή πρώτα να δούμε τι ο Θεός θα μας πει. Παιδιά, προσευχή! Προσευχή πατέρες, να μας αποκαλύψει ο Θεός, να μην κάνουμε λάθος. Ότι μας αποκαλύψει ο Θεός θα αποδεχθούμε.

Ο Γέροντας δεν είχε πανεπιστημιακό πτυχίο διανοητικής θεολογίας. Ήταν όμως πραγματικά θεοδίδακτος και ως θεόπτης ήταν κάτοχος της πραγματικής θεολογίας. Ποτέ μου δεν τον θυμάμαι να ενήργησε χωρίς να έχει πληροφορία. Σ’ αυτό το σημαντικώτατο ζήτημα μας έβαλε όλους μας και κάναμε τριήμερο νηστεία και προσευχή. Για τρεις μέρες δεν φάγαμε τίποτε, μόνο νεράκι ήπιαμε.

Την τρίτη μέρα κλείστηκε ο Γέροντας μέσα στην καλύβα του όλη τη νύκτα κάνοντας δακρύβρεχτη ικευτική προσευχή, κι εμείς απ’ έξω τον περιμέναμε σαν τον Μωυσή να βγει και να μας πει τα αποτελέσματα της «συνόδου». Μετά την προσευχή φαίνεται θα είδε αποκαλυπτική οπτασία και βγαίνοντας μας λέει:
– Όσοι πιστοί! Πατέρες, τέρμα. Η πληροφορία είναι να προχωρήσουμε με τα μοναστήρια κι αυτή είναι η αλήθεια! Οι ζηλωταί είναι πλανεμένοι!

Ήταν πράγματι μεγάλη και απότομη η στροφή του Γέροντος, διότι ήταν ζηλωτής και μάλιστα αυστηρός. Μέχρι τότε ήμασταν όλοι ζηλωτές: Ο Γέρο-Αρσένιος, ο πατήρ Ιωσήφ ο νεώτερος, εγώ, ο παπά-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο Γέρο-Νικηφόρος και άλλοι… Μία τόσο, λοιπόν, απότομη μεταστροφή του Γέροντος Ιωσήφ στάθηκε «κεραυνός εν αιθρία». Αλλά επειδή ο Γέροντας ουδέποτε υπήρξε φανατικός και ουδέποτε ακολούθησε κάτι με εμπάθεια, κατάλαβε αμέσως πως εκείνο που μας έλεγε είναι η αλήθεια και η Ορθοδοξία.

– Γέροντα, τι είδες;
– Δεν θα σας το πω. Το θέμα τελείωσε. Θα προχωρήσουμε με τα μοναστήρια και θα μνημονεύσουμε τον Πατριάρχη. [σημ.εγκόλπιου: το 1950 Πατριάρχης ήταν ο Αθηναγόρας]
Πετάγεται ο πατήρ Αθανάσιος.
-Εγώ δεν μνημονεύω τον Πατριάρχη. Είναι αιρετικός!
Ο Γέρο-Αρσένιος, πήγε πίσω από τον γέροντα και του λέει:
– Γέροντα, πολλοί πλανήθηκαν ακόμα και μεγάλοι Άγιοι.
– Πάτερ Αρσένιε, αυτός ο δρόμος πάει προς τα εδώ και ο άλλος πάει προς τα εκεί, όποιον θέλεις διάλεξε ή θα πειθαρχήσεις ή θα πάρεις τον δρόμο σου. Εγώ θα ακολουθήσω τα μοναστήρια.
-Γέροντα εγώ δυσκολεύομαι.
-Πάτερ Αρσένιε ένα και ένα κάνουν δυο πάρε δρόμο και φύγε!
Αμέσως όλοι κοκαλώσαμε. Μόλις άκουσε έτσι ο π. Αρσένιος λέει στον γέροντα: Ευλόγησον! Ευλόγησον!

[…]
Να παρεμβάλλω εδώ, πως σαν πέρασε κάμποσος καιρός, ο Γέροντας μας εκμυστηρεύτηκε το περιεχόμενο της οπτασίας, που τον πληροφόρησε για το θέμα του ημερολογίου:
Προσευχόμενος είδε μια φωτισμένη ωραία Εκκλησία, που είχε μια μικρή έξοδο, όπου απ’ αυτήν έβγαιναν όλοι. Στην αυλή όμως μάλωναν και φώναζε ένας πιστός στον άλλον:
– Εγώ είμαι σωστός!
– Εγώ είμαι σωστότερος! φώναζε ο δεύτερος.
– Εμείς είμαστε η Εκκλησία! φώναζε ο τρίτος.
Και μας εξήγησε ο Γέροντας:
– Αυτό φανερώνει ότι ναι μεν μάλωναν, αλλά ανήκαν στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Είχαν κοινό το δόγμα και κοινή την Χάρη, αλλά δεν είχαν ελεύθερο Πνεύμα και αγιασμό , οπότε μάλωναν. Πως μπορώ να πω εγώ τώρα ότι η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος είναι κακόδοξη και ότι δεν έχει την Χάρη του Θεού; Να τη πω κακόδοξη για το ημερολόγιο και μόνον; Και να πω ότι ο Δεσπότης είναι κολασμένος; Είμαι με το παλιό, αλλά δεν φρονώ όπως φρονούν οι ζηλωτές.

….
….

Έκδοσις ιεράς μονής Αγίου Αντωνίου Αριζόνας USA 2008 (Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου).
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1897-1959)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] σημ.εγκόλπιου: Πατριάρχης το 1950 ήταν ο Αθηναγόρας
[2] σημ.εγκόλπιου: Εννοεί την εγκύκλιο των σχισματικών του 1950 η οποία είναι η εξής:

Αριθμ. Εγκ. 13 Εν Αθήναις τη 26/9 Μαΐου 1950
Προς τους ευλαβεστάτους Ιερείς της καθ’ υμάς Αγιωτάτης Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,
Χάρις υμίν και Ειρήνη παρά Θεού παρ’ Ημών δ’ ευχή και Ευλογία.
Η Ιερά Σύνοδος της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Εκκλησίας λαβούσα υπ’ όψιν πληροφορίας καθ’ ας τινές των ευλαβεστάτων Ιερέων ημών αμελούσι την εκπλήρωσιν των καθηκόντων αυτών βάσει των Ιερών Κανόνων και της υφ’ ημών δοθείσης ομολογίας κατά το Σωτήριον έτος 1935, προσαγόμεθα όπως υπομνήσωμεν πάσιν αυτοίς τα ακόλουθα.
Κατά το Σωτήριον έτος 1935 εκηρύξαμεν την Εκκλησίαν των Καινοτόμων Νεοημερολογιτών Σχισματικήν˙επαναλαμβάνομεν και αύθις την τοιαύτην διακήρυξιν και κατά συνέπειαν εντελλόμεθα την εφαρμογήν του Α’ Κανόνος του Μεγάλου Βασιλείου δεδομένου ότι τα υπό των Νεοημερολογιτών τελούμενα Μυστήρια, ως σχισματικών όντων τούτων, στερούνται της Αγιαστικής χάριτος.
Ωσαύτος ουδένα Νεοημερολογίτην δέον να δέχεσθε εις τους Κόλπους της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Εκκλησίας και κατά συνέπειαν να εξυπηρετείτε τούτον, άνευ προηγούμενης ομολογίας δι’ ης να καταδικάζη ούτος την καινοτομίαν των Νεοημρολογιτών και να κηρύσση την Εκκλησίαν τούτων σχισματικήν. Προκειμένου δε περί βαπτισθέντων υπό των καινοτόμων να Μυρώνωνται δια Αγίου Μύρου ορθοδόξου προελεύσεως, το οποίον ευρίσκεται εν αφθονία παρ’ ημίν.
Επι ταύτη δε τη ευκαιρία απευθύνομεν προς πάντας τους Γνησίους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ύστατην έκκλησιν καλούντες αυτούς Πατρικώς, όπως προσέλθωσιν εις Ένωσιν μεθ΄ημών, ην επιβάλλει το συμφέρον του Ιερού υπέρ της Πατρώας ευσέβειας ημών αγώνος και αποτελεί τον διακή πόθον πάντων ημών.
Προσκαλούντες σε υμάς, αίρωμεν τα εξ υπαιτιότητος ημών δημιουργηθέντα σκάνδαλα και προς τούτοανακαλούμεν και αποκηρύσσωμεν παν ό,τι από του έτους 1937 έως σήμερον εγράφη και ελέχθη υφ’ ημών, δια κηρυγμάτων, διασαφήσεων, δημοσιευμάτων και εγκυκλίων, απάδον και αντιστρατευόμενον προς τας Αρχάς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού και του υφ’ημών διεξαγωμένου Ιερού Αγώνος υπέρ της Ορθοδοξίας ούτινος το κήρυγμα περιλαμβάνεται εν τη εκδοθείση εγκυκλίω υπό της Ιεράς Συνόδου κατά το έτος 1935 άνευ ουδεμίας προσθήκης και αφαιρέσεως και αυτόν ακόμη τον επιστημονικόν όρον «Δυνάμει και Ενεργεία».
Ταύτα πάντα δηλούμεν δι’ υστάτην φοράν, χάριν των σκανδαλισθέντων Χριστιανών ων επιθυμούμεν την ψυχικήν σωτηρίαν και επ’ ευκαιρία διακηρύσσομεν ότι πάντες ημείς δέον να φυλάσσωμεν την υφ΄ημών δοθείσαν ομολογίαν εν έτει 1935 ακεραίαν μέχρι τέλους της ζωής ημών επικαλούμενοι το έλεος του Θεού πάσαν παρέκκλισιν
Στώμεν όθεν καλώς.
Μετ’ ευχών Διαπύρων
Η Ιερά Σύνοδος
Ο Πρόεδρος
+Ο πρώην Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Τα μέλη
+Ο Κυκλάδων ΓΕΡΜΑΝΟΣ
+Ο Χριστιανουπόλεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ
+Ο Διαυλείας ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ
 
https://aritirion.wordpress.com

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης για παλαιοημερολογίτες

Πριν από χρόνια ήταν ένας πνευματικός Κύπριος πάρα πολύ καλός. Αυτός ήτανε αρχικά στο Σταυροβούνι, είναι ένα μοναστήρι στην Κύπρο· ήτανε τότε νεώτερος, αλλά ιερομόναχος. Όταν ήταν σ’ αυτό το μοναστήρι, μου το διηγείτο ο ίδιος, εκεί έφυγε ένας Αγιορείτης ζηλωτής πατέρας, του παλαιού, βέβαια, ημερολογίου.
Όταν λέμε «ζηλωτή», πρέπει να εννοούμε φανατικό παλαιοημερολογίτη, οι οποίοι καταδικάζονται από την Εκκλησία ως αιρετικοί και σχισματικοί. Αυτός λεγόταν πατήρ Ιωάννης, τον ήξερα, έφυγε από το Άγιον Όρος, μάλιστα από την Σκήτη της Αγίας Άννας και πήγε στην Κύπρο.
Εκεί στην Κύπρο προσπάθησε να δημιουργήσει κλίμα παλαιοημερολογίτικο και εν συνεχεία πήγε επάνω στο μοναστήρι Σταυροβουνίου, όπως μου διηγείτο ο ίδιος ο ιερομόναχος, και άρχισε να μιλάει τα του παλαιού ημερολογίου στους εκεί πατέρες του μοναστηρίου.
Άρχισε να λέει και στον ιερομόναχο αυτόν, ότι οι λειτουργίες που κάνεις δεν είναι λειτουργίες και τα μυστήρια, τα οποία κάνεις, δεν είναι μυστήρια, ότι δεν έχουν χάρη, δεν έχουν ευλογία κλπ. Ο ιερομόναχος αυτός άρχισε να ταλαντεύεται μέσα, μες στους λογισμούς του, και να λέει: άραγε, λέει σωστά αυτός ο άνθρωπος; Άραγε, μήπως δεν κάνω λειτουργία και μυστήριο, αλλά κάνω μια θεατρική παράσταση εδώ στη λειτουργία και βλέπει ο κόσμος;
Έχοντας όλα αυτά μες στο λογισμό του, μια μέρα ξεκίνησε να κάνει Θεία Λειτουργία. Ε, προχώρησε η Θεία Λειτουργία, ευλόγησε τα Άγια κι όταν έφτασε η ώρα και γονάτισε για να κάμει την ύψωση του Αγίου άρτου και να πει «πρόσχωμεν, τα άγια τοις αγίοις» βλέπει στο δισκάριο επάνω, βλέπει στο δισκάριο επάνω ότι ο άρτος έγινε σάρκα, έγινε κρέας κόκκινο και αμέσως άρχισε ο έλεγχος της συνειδήσεως να του λέει ότι: από την απιστία των λογισμών σου, γιατί αμφέβαλλες, και γι’ αυτό και για κείνο, ο Θεός επέτρεψε τώρα ο άρτος να γίνει σάρκα, να γίνει κρέας, και τώρα πώς θα κοινωνήσεις, και πώς θα κοινωνήσεις και τους μοναχούς, κι όλα είναι από την αμαρτία που σκέφτηκες, κι όλα αυτά τον έκαμαν να κλαίει.
Γονάτισε εκεί κι άρχισε και πάλι να κλαίει, δεν μπορούσε να κοιτάξει στο δισκάριο το κρέας. Κι ήταν πάτερ μου, λέει, κρέας σαν κι αυτό του μηρού, λέει, που δεν έχει πάχη, κόκκινο…

Κι έτσι εκεί που έκλαιγα, και παρακαλούσα, και δεόμουνα του Θεού ν’ αλλάξει την περίπτωση, να γίνει πάλι άρτος, και να με συγχωρέσει τους λογισμούς μου και την απιστία μου, που είχα στο μυστήριο, εκεί, έρχεται ο εκκλησιαστικός και λέει: Πάτερ, σας συνέβηκε καμιά ζημιά, ξέρω γω τι, να σας βοηθήσω;
Όχι παιδί μου, πήγαινε, οι αμαρτίες μου, τις αμαρτίες μου κλαίω εδώ, πήγαινε συ, δε χρειάζεσαι… Και δεόμουνα πάλι, και μετά αφού έκλαψα, έκλαψα πολύ, σηκώνω έτσι δειλά δειλά τα μάτια μου να δω τι γίνεται επάνω στην Αγία Τράπεζα, κοιτάζω στο Δισκάριο, πάει το κρέας, έγινε άρτος, έγινε λευκός όπως ήταν το πρόσφορο!
Σηκώνομαι, τον μελίζω, κοινωνάω με χαρά, μ’ ευχαρίστηση, ησύχασα μέσα μου, ότι όντως, η λειτουργία μου είναι σωστή εν Αγίω Πνεύματι κι ότι δεν είναι αυτό σωστό, που μου είπε ο ζηλωτής αυτός πατέρας, ο φανατικός, ότι δεν έχουν τα μυστήρια χάρη κι ότι εμείς οι νεοημερολογίτες είμαστε εκτός Χάριτος και εκτός Εκκλησίας κι είμαστε οι κολασμένοι.

Αυτό είναι το ένα γεγονός. Έχω κι άλλο. Επέρυσι, αν θυμούμαι ακριβώς, ήμουνα στης Πορταριάς το μοναστήρι κι όπως είμαστε τώρα έτσι εδώ, ήμουνα με τις μοναχές και τις μιλούσα. Εκεί που τις μιλούσα, χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνω, ήταν ένα πνευματικό μου παιδί, μια γυναικούλα από την Κρήτη, μια χαριτωμένη γυναικούλα, που με πολύ έτσι, πολύ ενάρετο και πολύ πιστό κοντά μου, και ήταν στο Βόλο και ανέβαινε απάνω και άκουγε τη Θεία Λειτουργία και κοινωνούσε και μετά έκανε, είναι η μετάθεσις του ανδρός της από τεχνικής πλευράς και πήγε στην Κοζάνη και μου πήρε τηλέφωνο κι έτσι κάπως ανήσυχα μου λέει:

- Γέροντα, θέλω να σου πω το εξής και είμαι πολύ στενοχωρημένη· τι είναι αυτό, που μου συμβαίνει; οι αμαρτίες μου είναι, που συνέβαλλαν να νιώσω αυτά τα πράγματα;
-Ε, τι παιδί μου; της λέω, Ευτυχούλα, της λέω, τι συμβαίνει;

-Πατέρα, μου λέει, όταν ήμουνα στο μοναστήρι αυτού, κοινώνησα· κι όπως κοινώνησα λέει, η μερίδα του Αγίου Άρτου, έγινε κρέας στο στόμα μου και δεν μπορούσα να το μασήσω· ωμό κρέας, και το κατάπια. Κι έγινε μια ευωδία στο στόμα μου, λέει, τρελλή, μου λέει. Ήρθα εδώ στην Κοζάνη και κοινώνησα πάλι με το νέο, στη Μητρόπολη (σε μας κοινώνησε με το παλαιό) κοινώνησα εδώ με το νέο και μου έγινε η μερίδα πάλι κρέας και τόση ευωδία, που έχω μια βδομάδα που δεν παίρνω (…….) να τακτοποιηθώ, γιατί δεν θέλω να χάσω την ευωδία της Αγίας Κοινωνίας, που έχω, που αισθάνομαι. Γιατί; Οι αμαρτίες μου είναι τόσες πολλές, λέει, και μου συμβαίνει αυτό;

-Λέω, παιδάκι μου, λέω, δεν είναι αυτό, αλλ’ ότι ο Θεός σε αγάπησε έτσι και σου έδειξε αυτό το μυστήριο, για να πιστέψεις ακράδαντα ότι εμείς οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Άγιος Άρτος και το κρασί μας γίνονται, με την ευλογία της Εκκλησίας, και με τις ευχές της Εκκλησίας, με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, μεταβάλλεται σε σάρκα και αίμα και κοινωνάμε τον Θεό μας με σάρκα και αίμα, και γινόμαστε ένα με το Χριστό και αγιάζεται και η σάρκα και το πνεύμα μας.
- Ω, λέει, έτσι έχουν τα πράγματα;
- Μάλιστα παιδί μου, έτσι έχουν τα πράγματα.

Όταν ήμουνα το ’72 στο Σινά, στην Αγία Αικατερίνη, στο μοναστήρι, εκεί που καθίσαμε, είπαμε να λειτουργήσω την επαύριο, να κοινωνήσουν οι πιστοί, και μία που ήμουνα και για πρώτη φορά στο Σινά, και στην Αγία Αικατερίνα, λέγω, είναι ευχής έργον τώρα κι έχουμε και το Άγιο Λείψανό της εκεί, να λειτουργήσω. Οι άλλοι πήγαν επάνω στην κορυφή, αλλά εγώ προτίμησα στην Θεία Λειτουργία. Λειτούργησα, ήταν πάρα πολύ ωραία· και βγάλαμε και τα Άγια Λείψανα και χαιρετήσαν οι Χριστιανοί· ευωδίαζε ο τόπος με της Αγίας Αικατερίνης. Από βραδίς δε, επειδή συζητούσαμε για τη Θεία Κοινωνία, ποιοι θα κοινωνήσουν κλπ., και αναφερθήκαμε πάλι στο παλαιό, ότι το νέο δεν έχει χάρη κλπ. Πετάγεται μία κυρία, η οποία είχε πνευματικό πατέρα τον π. Άγγελο, τον Νησιώτη, αν έχετε ακουστά, ένας πάρα πολύ πνευματικός άνθρωπος. Λοιπόν αυτός ο άνθρωπος, η γυναίκα τον είχε πνευματικό πατέρα, και θέλοντας να υποστηρίξει την αλήθεια λέει το εξής: ότι κάποτε πάτερ, μου λέει, θα κάναμε μία Θεία Λειτουργία και είχαμε συνήθεια από το Γέροντα, ότι όπου πηγαίναμε, μας έλεγε ετοιμαστείτε να κοινωνήσετε, και πήγαμε κάπου εκδρομή και σε κάποιο παρεκκλήσι κάναμε τη Θεία Λειτουργία. Όταν βγήκε ο πνευματικός μας έξω στην Ωραία Πύλη με το Άγιον Ποτήριον, λέει: παιδιά μου, τι να σας κοινωνήσω; δέστε τι έγινε εδώ! Και μας έδειξε, πάτερ, με τα μάτια μου είδα, μέσα στο Άγιο Ποτήριο ήταν κρέας και αίμα. Δεν μπορώ να σας κοινωνήσω λέει, μόνον θα σας κοινωνήσω με το Άγιον Αίμα· και μας έδωσε μόνον Αίμα, λέει, διότι τη σάρκα δεν μπορούσε να μας τη δώσει. Εδώ, πώς την κατέλυσε αυτός, τι προσευχές έκανε και μετεβλήθη πάλι σε άρτο και κατέλυσε την Αγία Κοινωνία, ο Θεός ξέρει κι ο ίδιος. Αλλά μας το είπε η ίδια η γυναίκα, η οποία το είδε με τα μάτια της. Και πόσα άλλα έχουμε από τους Αγίους Πατέρας…

Θέλω να πω ότι χωρίς να ξέρουν οι άνθρωποι του παλαιού, παρότι είναι το ορθόδοξο, το πιο σωστό ημερολόγιο και πιο ευλογημένο, αλλά ωστόσο όμως, επειδή με την πάροδο του χρόνου άνθρωποι, οι οποίοι δεν κατείχαν καλά τα πράγματα και την αλήθεια, από κει που ξεκίνησε σαν ημερολόγιο και σαν μια ακρίβεια να φυλαχτεί και προς έναν έλεγχο της Εκκλησίας της Ελλάδος να επιστρέψει στο παλαιό πάλι κλπ., το φτάσανε να το κάνουν δογματικό από μια εκκλησιαστική παράβαση, έγινε δογματικό, δογματική παράβαση. Οπότε, όταν κανείς ακούσει ότι σφάλμα επάνω σε δόγμα της Εκκλησίας, δειλιάζει κι αρχίζει και το κοιτάζει διαφορετικά το θέμα. Αλλά δεν είναι δογματικόν, είναι απλώς εκκλησιαστικόν και είναι απλώς ημερολόγιο.

Και έφτασε η υπόθεσις αυτή τώρα πλέον, και κυρίως στην Ελλάδα, να έχουμε δύο, τρεις, τέσσερις Σύνοδοι, από επισκόπους παλαιοημερολογίτες, οι οποίες η μία Σύνοδος έχει διαφορές με την άλλη. Και η κάθε Σύνοδος έχει τον Αρχιεπίσκοπό της. Σκεφτείτε τώρα, μέσα σε μία Αθήνα, που πρέπει να υπάρχει ένας Αρχιεπίσκοπος, είναι πέντε-έξι αρχιεπίσκοποι. Ε, όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν πάμε καλά, ότι δεν ξεκίνησε καλά το θέμα. Βέβαια οι επίσκοποι, οι οποίοι ηγήθησαν του παλιού τότε, ήταν βέβαια πάρα πολύ σωστοί άνθρωποι, και μάλιστα ο Φλωρίνης ήταν ένας άγιος άνθρωπος και πολύ μελετημένος και όπως λέγεται ότι στα τελευταία του, όταν ήταν να κοιμηθεί, αναστέναξε και είπε: Κύριε, μη στήσεις την αμαρτίαν ταύτην. Δηλαδή, εννοούσε ότι με το να ξεκινήσουν και να ηγηθούν του παλαιού, είδαν ότι βγήκε έξω από το σωστό δρόμο, κι από ημερολόγιο το κάναν δόγμα και το (…) τώρα άνθρωποι και δεν μπορεί να τους αναχαιτίσει. Κι όταν επέθανε ο Δημητριάδος και οι δύο άλλοι, ο Χριστοφόρος με τον Πολύκαρπο, υπήρχε, ο (…) ήταν από τους δύο αυτούς επισκόπους, νέοι επίσκοποι γύρισαν με το νέο πάλι, γιατί κατάλαβαν ότι έκαναν λάθος κι ότι πρέπει να το διαλύσουν. Δηλαδή, άμα αντιληφθείς, σκεφτήκανε η ηγεσία η εκκλησιαστική θα υποχωρήσει κι ο λαός· και θα ενωθεί πάλι με την Εκκλησία και δεν θα υπάρχει θέμα παλαιού για να υπάρχει αυτό το σχίσμα. Φύγαν, έγιναν με το νέο αυτοί, επέστρεψαν και έμεινε μόνον ο Φλωρίνης σαν τελευταίος· και τον λέγαν, κάμε επίσκοπο, κάμε επίσκοπο· όχι, όχι, όχι. Σου λέει να πεθάνω κι εγώ, να σβήσει. Και απέθανε κι αυτός και δεν άφησε διάδοχο. Και έφτασαν οι παλαιοημερολογίτες να μην έχουνε επίσκοπο, να μην έχουν κεφαλή. Και να έχουν πέσει κατά κάποιον τρόπο στην αίρεση, που δεν είναι αίρεσις, αλλά σε θέση μιας αιρέσεως, που δεν είχαν κεφαλή. Ήτανε λαός, αλλά επίσκοπο δεν είχανε. Φθάσανε σ’ αυτό το σημείο. Εάν ήτανε η μόνη Ορθόδοξος Εκκλησία… Η Ορθόδοξος Εκκλησία ποτέ δεν έμεινε χωρίς Επίσκοπο. Όπου Επίσκοπος εκεί και κεφαλή, εκεί κι η Εκκλησία. Αυτοί δεν είχανε επίσκοπο για πολλά χρόνια. Και επειδή ήξευραν ότι εκατηγορούντο ως ακέφαλοι πλέον, και δεν στέκεται στον τελευταίο Χριστιανό να το σκεφτεί, ότι υπάρχει Εκκλησία χωρίς Επίσκοπο, αναγκάστηκαν έτσι, κι επίμονα, κι ήρθαν στην Αμερική ορισμένοι Αρχιμανδρίτες να χειροτονηθούν Επίσκοποι από την Εκκλησία, από τη Σύνοδο της Διασποράς, των Ρώσων του Αναστασίου. Αλλά η Σύνοδος δεν χειροτονούσε κανέναν! Γιατί δεν θέλαν να ξεκινήσουνε, να συνεχίσουν ας πούμε, οι νέοι Επίσκοποι ότι εκείνοι οι παλαιοί είδαν ότι δεν πάει καλά. Ωστόσο όμως, η επιμονή τους να κάνουνε, για να ηγηθεί κάποιος Επίσκοπος, δύο επίσκοποι να κάνουν κεφαλή, να μην κατηγορούνται ως ακέφαλοι, γιατί δεν στέκεται σε καμιά περίπτωση, ήτανε ξεκάρφωτο το πράγμα εντελώς, ήταν ολοφάνερο ότι δεν παν καθόλου καλά· και βρήκανε τον Σεραφείμ και έναν, αν δεν απατώμαι, τον Λεόντιο, οι οποίοι ήτανε και οι δύο Επίσκοποι της Συνόδου της Διασποράς των Ρώσων, η οποία Σύνοδος δεν έχει δώσει την άδεια, καταλάβατε; Αυτοί οι δύο, κρυφά από τη Σύνοδό τους, ο ένας νεοημερολογίτης κι ο άλλος παλαιοημερολογίτης της αυτής Συνόδου, κρυφά χειροτόνησαν τον Ακάκιο και τον κάναν Αρχιεπίσκοπο. Κι όταν ήρθε αυτός στην Ελλάδα, τότε θυμάμαι ήμουνα κάτω, ήρθε αυτός και είπε ότι χειροτονήθηκα Επίσκοπος. Τα χειροτονικά σας πάτερ; Χειροτονικά δεν υπήρχαν! Πώς θα σε πιστέψουμε πως έγινες επίσκοπος; Είμαι επίσκοπος και τα χειροτονικά μου θα έρθουνε μετά από καιρό. Ποιοι είναι οι Επίσκοποι, οι οποίοι σε κάνανε; Δεν έλεγε· δεν ήθελε να φανερωθεί, ότι θα πήγαινε είδηση στην Σύνοδο, στην οποία υπάγοντο οι Επίσκοποι· και θα γινόταν, θα δικαζόντουσαν οι άνθρωποι. Και κατά κανόνα της Εκκλησίας, όποιος Επίσκοπος χειροτονήσει –οι δύο είχαν χειροτονήσει επίσκοπο- κρυφά, άνευ αδείας της Εκκλησιαστικής των αρχής, οι χειροτονίες άκυρες και οι χειροτονίες αυτές καθαίρονται. Καταλάβατε; Κανόνας ρητός Συνόδου. Λοιπόν, κατά κανόνα έπρεπε: η χειροτονία, τώρα, να είναι άκυρος του Ακακίου και αυτοί οι δύο οι Ρώσοι, οι δύο άνθρωποι, οι δύο Επίσκοποι, να καθαιρεθούν. Γι’ αυτό και δεν έδειχνε χειροτονικό! Δεν είχε. Πώς να το φανερώσει; Άλλοι είπαν ότι δεν σε δεχόμαστε ως Επίσκοπο και άλλοι, αναγκαστικά, για να καλύψουν τη θέση τους, τον δεχτήκαν ως Επίσκοπο κι ότι, εν καιρώ, θα φέρει τα χειροτονικά. Και τα χειροτονικά του έγιναν με δικηγόρο, σαν συμβόλαιο έδειξε κατόπιν. Όταν πια έγινε γνωστό, ότι έγινε κρυφά η χειροτονία του, πήγε στη Σύνοδο η υπόθεσις. Η Σύνοδος σκέφτηκε από δω, σκέφτηκε από κει, θα γίνουμε ρεζίλι, και συγχώρεσαν το σφάλμα στους δύο Επισκόπους και, κατά κάποιον τρόπο, και το σφάλμα του Ακακίου και ενέκριναν σχετικώς και οικονομικώς τη χειροτονία.

Στη συνέχεια, ένας δεν μπορούσε να χειροτονήσει Επίσκοπο, διότι αν χειροτονούσε θα έπαιρνε κι αυτός τη σειρά του Ματθαίου, ο οποίος Ματθαίος χειροτόνησε μόνος του κι έκανε ολόκληρη Σύνοδο και είναι εντελώς άκυρες οι χειροτονίες του. Γι’ αυτό κι αυτός κάλεσε πάλι το Λεόντιο, κρυφά, από την Αμερική και ήρθε στην Αθήνα και κρυφά, σε μοναστήρια μέσα, κάναν χειροτονίες επισκόπων και ξαφνικά τους φανέρωσαν χειροτονημένους. Και λεν, μα πού έγιναν οι χειροτονίες; Γιατί δεν έγιναν ενώπιον του λαού; Αν τους εγκρίνουμε κι εμείς; Αλλά, είπαν ότι τώρα εμείς, δεν μπορούμε να κάνουμε φανερά για τον άλφα ή βήτα λόγο· κρυφά, τα κάλυψαν και έγιναν επίσκοποι και ο Αυξέντιος και ο Γερόντιος και ο (…) και τόσοι άλλοι, και κάνανε μία Σύνοδο.

Στη συνέχεια, όπως είπαμε και προχτές, κάποτε είπαν ότι πρέπει να συνέλθομε και να ενωθούμε, να αποτελέσουμε ένα μεγάλο σώμα, μια μεγάλη Εκκλησία, να αντιπαραταχθούμε στο Νέο ημερολόγιο, στη νέα Εκκλησία. Αλλά συμφωνήσανε να πιστέψουνε και να κάνουν κοινό «πιστεύω» ότι η Εκκλησία, η καθ’ όλα Εκκλησία ή του παλαιού ή του νέου ημερολογίου, που δεν υπάγονται σ’ αυτούς, όπως είναι οι Βούλγαροι κι οι Σέρβοι κι η Αλβανική κτλ., όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες του παλαιού και του νέου, όλες αυτές οι Εκκλησίες απεκηρύχθησαν ως αιρετικές και σχισματικές κι ότι τα μυστήριά τους είναι άκυρα· και μόνον τα δικά τους είναι έγκυρα και σωστά. Αλλά όταν συνήλθαν και κάναν αυτή την Σύνοδο, διεφώνησαν ύστερα ποιος θα ‘ναι ο Αρχιεπίσκοπος! Από ποια παράταξη θα ‘ναι ο Αρχιεπίσκοπος; Εκεί διαφώνησαν. Οι μεν έλεγαν ο δικός μας θα ‘ναι Αρχιεπίσκοπος, η άλλη παράταξη έλεγε ο δικός μας θα είναι κι εκεί πάλι ξεχώριζαν και μείναν πάλι ξεχωριστά οι παρατάξεις, με αρχιεπισκόπους δικούς των, αλλά συμφώνησαν στο ίδιο «πιστεύω», ότι δεν υπάρχει Χάρις και Αγιασμός στα μυστήρια της Εκκλησίας, της καθ’ όλα Εκκλησίας και μόνον αυτοί έχουν τον Αγιασμό. Γι’ αυτό σήμερα λένε, όπως τώρα έχω μάθει, τώρα που ήρθα εδώ, εκεί που πηγαίνουν επάνω στο μοναστηράκι αυτό, τους λέει ο πάτερ ότι, εκκλησιαστείτε κάτω εδώ στην Εκκλησία, αλλά μυστήρια μην παίρνετε. Που θέλει να πει, το λέγει πλάγια δεν το λέει ευθέως ότι είναι άκυρα, διότι δεν υπάρχει Εκκλησία με το παλαιό για να εκκλησιαστούν οι άνθρωποι· λέει, ακκλησίαστοι θα μείνουν; Ας παν στην εκκλησία, έως ότου σκέφτονται να κάνουν εκκλησία, αλλά μυστήρια μην πάρετε, λέει. Αν τα μυστήρια είναι έγκυρα, γιατί να μην τα πάρουν; Αν όμως είναι άκυρα, δεν πρέπει να τα πάρουν. Δεν το λέει ευθέως, αλλά το λέει πλάγια, πολύ έξυπνα κι έντεχνα ότι, μην κοινωνήσεις, μόνο σε μένα θα κοινωνήσεις· που λέει μόνον τα δικά του είναι έγκυρα και της εκκλησίας της δικής σας δεν είναι έγκυρα. Αυτό δεν πρέπει να λέγονται έτσι. Πρέπει να πει ότι, αν είναι, πρέπει να του κάνουμε την ερώτηση, ωραία: Να πάμε στην εκκλησία, πάτερ μου, γιατί δεν μας επιτρέπετε; πέστε μας μ’ ένα ναι κι ένα όχι: είναι έγκυρα ή δεν είναι; Έχουν Άγιο Πνεύμα ή δεν έχουν; Αν έχουν, επιτρέψτε μας να κοινωνήσουμε· εάν δεν έχουν, πέστε μας ότι δεν έχουν και γι’ αυτό δεν μας επιτρέπετε. Αυτή είναι η αλήθεια του Θεού. Καταλάβατε. Αυτό πρέπει να το γνωρίζουν.

Και εγώ, με τον πάτερ Παντελεήμονα, που είναι στην Αμερική στη Βοστώνη, είναι σαν αδελφός μου. Εννοείτε δηλαδή, ότι ο πατήρ Αρσένιος, το γεροντάκι που έχουμε σήμερα, όπως ξέρετε, είναι ο κατόπιν από τον Γέροντα Ιωσήφ, ανέλαβε σαν μεγαλόσχημα, κι εγώ σαν εφημέριος τον διάβαζα, στην σκήτη που ήμασταν εκεί. Ο πατήρ Παντελεήμων αίρει την χειροτονία του διακόνου από τον Αθηναγόρα των Θυατείρων, ξέρετε, αυτός που άφησε ιστορία όχι ορθόδοξη στο Λονδίνο· ήταν πρώτα επίσκοπος Βοστώνης μετά έγινε Θυατείρων Αγγλίας, ο οποίος άφησε όνομα οικουμενιστικό, κι απέθανε στο Λονδίνο. Στη συνέχεια ερχόταν ο πατήρ Παντελεήμων ως διάκονος και συλλειτουργούσαμε κάτω. Εν τω μεταξύ με το νέο ημερολόγιο ο Θυατείρων, όταν ήταν στη Βοστώνη, με την εκκλησία του Ιακώβ. Στη συνέχεια έγινε ιερεύς στα Ιεροσόλυμα, από την Εκκλησία των Ιεροσολύμων, που εννοείται ότι είναι με την καθ’ όλα Εκκλησία και δεν είναι με τους παλαιοημερολογίτες. Από κει πήρε και την χειροτονία, πάρα πολύ σωστά· κι από τη μία πλευρά κι από την άλλη. Αλλά, τώρα πιστεύει πλέον, ότι δεν υπάρχει σωτηρία ούτε… καλά, σε μας είναι ξεκάθαρο το πιστεύω. Όταν τον ρώτησα τότε «με τους παλαιοημερολογίτες είσαι πάτερ;» μου λέει «όχι, μήτε με τους παλαιοημερολογίτες μήτε με τους νεοημερολογίτες». Τέλος πάντων, έχει δική του γραμμή σταθερή και λέει ότι δεν υπάρχει σωτηρία, ει μη μόνον στη δική του πλευρά, και δεν κοινωνάει κι ούτε εξομολογείται σε ανθρώπους του νέου ημερολογίου. Αυτό βέβαια έγινε μπροστά μου και δεν μπορεί κανείς να μου πει ότι έχω λάθος· όταν πήγα στη Βοστώνη και πήγα στο μοναστήρι του, έγιναν μπροστά μου και τα ξέρω. Βέβαια εμείς είμαστε πνευματικά αδέλφια κι έχουμε την αγάπη κλπ., αλλά διαφωνούμε πέρα για πέρα στις απόψεις αυτές. Ο δικός μου ο γέροντας του είπε, μεταξύ άλλων, ότι, όπως τον πιστεύεις σαν άγιο κι έχεις το άγιο λείψανό του και κάνεις θαύματα με το λείψανο του Γέροντος, όμως ο Γέροντάς μας έχει κοιμηθεί στην Εκκλησία, εμείς χειροτονηθήκαμε από τον Επίσκοπο, ο οποίος ήταν στην Εκκλησία και μάλιστα τότε, όταν χειροτονηθήκαμε, μνημονεύαμε τον Οικουμενικό Πατριάρχη -τότε ήταν ο ΑΘηναγόρας-, και αγίασε μέσα στην Εκκλησία· πώς τώρα θα πούμε ότι αυτή η Εκκλησία, που αγίασε το Γέροντα είναι αιρετική; Είναι τρομερό!

Όταν τα μυστήρια αγιάζονται εν Αγίω Πνεύματι και εγώ, ο παλαιοημερολογίτης, ο φανατικός, λέω ότι αυτά δεν είναι αγιασμένα αλλά είναι άρτος και οίνος, δεν βλασφημώ στο Άγιο Πνεύμα, που έχουν απάνω τους; Όταν τα λέω ότι είναι κοινά και δεν είναι αγιασμένα, δεν πάω εναντίον του Αγίου Πνεύματος, που τα έχει αγιάσει; Όταν είναι σάρκα και αίμα Χριστού και λέω «δεν είναι», δεν πάω εναντίον του Αγίου Πνεύματος; Θέλω να πω το εξής, ότι είναι πολύ λεπτό το θέμα και μπορεί σε μια στιγμή, -το λέει κι ο ιερός Χρυσόστομος: κρείσσον εσφαλμένως μετά της Εκκλησίας ή ακριβολογείν και ορθοδοξείν έξω της Εκκλησίας. Τι θέλει να πει εδώ; Είναι ακριβώς απάνω στην περίπτωσή μας. Καλύτερα με το σφάλμα του ημερολογίου μέσα στην Εκκλησία, παρά να κάνω τον Ορθόδοξο, τον σούπερ Ορθόδοξο, και να βρεθώ έξω της Εκκλησίας με το να δογματίζω ότι τα μυστήρια είναι άκυρα και οι άνθρωποι δεν σώζονται.

Εβρέθηκα εγώ, κάποια φορά πριν από χρόνια, κάτω στην Αθήνα, και για κάποια δουλίτσα πήγα στο γραφείο των παλαιοημερολογιτών Επισκόπων κι ήταν ο Αρχιεπίσκοπος ο Αυξέντιος κι ήταν και τρεις-τέσσερις άλλοι Επίσκοποι. Είχα κάποια δουλίτσα και βρέθηκα εκεί μ’ έναν κύριο. Μόλις με είδε ο Αρχιεπίσκοπος ο Αυξέντιος, ο οποίος με ήξερε, μου λέει ευθέως: Πάτερ Εφραίμ, μην κηρύττετε ότι σώζονται οι νεοημερολογίτες. Λέω: με συγχωρείτε, Μακαριώτατε, ουδέποτε εγώ θα κηρύξω βλάσφημο ότι (…). Πιστεύουμε είναι αρνητικό κι αντίθετο (…). Μου λέει: όχι. (….) Δεν πιστεύω ότι της Εκκλησίας τα μυστήρια είναι άκυρα. Στη συνέχεια φεύγει αυτός και παραλαμβάνει το λόγο ο Ακάκιος ο νεώτερος, ο ανιψιός του Ακακίου, που έγινε αυτός στην Αμερική, που έγινε κατόπιν αρχιεπίσκοπος, κι ο οποίος υπάρχει τώρα κάτω κι έχει δική του, έτσι, πλευρά. Άρχισε εκείνος να μου λέει διάφορα και πολλά, αναφερόταν σε πρόσωπα κατηγορώντας· εγώ δεν μιλούσα. Εγώ, λέει, πάτερ Εφραίμ θα αναμυρώνω, -δεν ξέρω αν μου είπε «και θα αναβαπτίζω»- διότι είναι σχισματικοί δυνάμει και ενεργεία. Κάνω μια παρένθεση και σας εξηγώ τι θα πει «δυνάμει και ενεργεία». Δυνάμει, θα πει δυνάμει του τάδε κανόνως η περίπτωσις αυτή είναι σχίσμα. Ενεργεία, όταν ο κανόνας αυτός θα γίνει έργο. Δηλαδή, οι άνθρωποι που θα σφάλλουν στον κανόνα μετά θα το κάνουν πράξη. Δηλαδή, φερ’ ειπείν, λέγω ένα πράγμα ότι είναι σχίσμα αλλά δυνάμει του κανόνος· όταν θ’ αρχίσω να το κάνω πράξη και να το πιστεύω και να το κηρύττω, τότε το κάνω και πράξη. Δυνάμει και ενεργεία, μου λέει, σχισματικοί οι νεοημερολογίτες· σαν να ήθελε να μου πει ότι δεν υπάρχει Πνεύμα Άγιο. Λέω: Σεβασμιώτατε, έχετε λάθος. Θύμωσε αυτός, χτύπησε κάτω το χέρι, πού το ‘χω το λάθος; Θα σας πω, πώς έχετε λάθος: πρώτον πρέπει να ξέρετε, σαν επίσκοπος, ότι το αναμύρωμα, στην περίπτωση που λέτε, γίνεται όταν κανείς αρνηθεί το Χριστό, όταν γίνει Χιλιαστής, όταν γίνει Αμερικανός, όταν γίνει Ευαγγελιστής, όταν γίνει Καθολικός και μετά επιστρέψει ξανά στην Ορθόδοξο Εκκλησία· τότε παίρνει το Άγιον Μύρο από την Εκκλησία, που δηλοί ότι ξανά λαμβάνει το Πνεύμα το Άγιο, που έχασε με την άρνηση ή με την αίρεση, την οποία είχε ακολουθήσει. Εδώ δεν έχουμε ούτε αίρεση ούτε αρνησιχριστία για να δίνετε εσείς το Άγιον Μύρον. Τίποτε· χτυπούσε το χέρι του κάτω, εγώ, πάτερ, δεν θα κάνω κοινωνία Αγίω ποτηρίω με τον Αθηναγόρα. Δεν σας μιλάω κοινωνία με καθολικούς, δεν σας μιλάω για κάτι τέτοιο, αλλά όταν μου λέτε, ότι βαπτισμένους ανθρώπους στην Ορθόδοξη Εκκλησία, θα τους αναμυρώνετε, κάνετε τρομερό λάθος. Φώναζε αυτός, εγώ ήρεμα του απαντούσα, μετά έρχεται ο Αρχιεπίσκοπος μέσα. Τι γίνεται πάτερ Εφραίμ; Συμφωνήσατε με τον Επίσκοπο; Ρωτάει τον Επίσκοπο αν συμφωνήσαμε, εν καιρώ, λέει, θα γίνει. Δεν είπα τίποτα περισσότερο, τους χαιρέτησα και έφυγα.

Και θέλω να πω ότι το πράγμα ξεκίνησε εντελώς ορθόδοξα και σωστά, το παλαιό, και μετά σιγά σιγά πήρε μία άλλη, ας πούμε, επικίνδυνη έκταση και θέση, που σήμερα αποτελεί σοβαρή πληγή για την Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι κι αυτοί κομματιάστηκαν σε πολλά κόμματα. Και πριν ξεκινήσω από το Άγιον Όρος μας ήρθε μία φυλλάδα, ένα φυλλάδιο, από την Αμερική, που έλεγε ότι οι παλαιοημερολογίτες του Ματθαίου, οι οποίοι έχουν φτάσει μέχρι την Αμερική, έχουν και Οικουμενικό Πατριάρχη! Είχε τη φωτογραφία του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης τάδε τάδε Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ΓΟΧ).

Πηγή Ι.Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

Wednesday, August 8, 2018

Πόσο κακό πράγμα είναι το θέλημα του ανθρώπου, διότι κρύβει εγωϊσμό, υπερηφάνεια, φιλαυτία και τόσα άλλα. ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )

Πόσο κακό πράγμα είναι το θέλημα του ανθρώπου, διότι κρύβει εγωϊσμό, υπερηφάνεια, φιλαυτία και τόσα άλλα. Γι’ αυτό ο υποτακτικός απαλλασσόμενος από το ίδιο θέλημα, απαλλάσσεται από τα πάθη.
 Ο Χριστός υπήκουσε μέχρι σταυρικού θανάτου, δηλαδή τελείας νεκρώσεως του ιδίου θελήματος. Εάν ο Χριστός, ανθρωπίνως δεν έκαμνε υπακοή, δεν έκοβε το δικό του θέλημα, ο άνθρωπος δεν θα εσώζετο! Όπως ακριβώς δεν σώζεται και ο άνθρωπος εκείνος, που κρατά το θέλημά του και κάνει εκείνο που θέλει αυτός.
 Τι σημαίνει απάρνησι του ιδίου θελήματος; Το ίδιο θέλημα το κάνω πέρα, το αρνούμαι, το απαρνούμαι. Δεν έχω καμμία σχέσι μαζί του. Μόνον όταν ο υποτακτικός φθάση στο σημείο αυτό, να απαρνηθή κατά τέτοιο τρόπο το θέλημά του, τότε και μόνο απαλλάσσεται από τα πάθη. Όσον εγκαταλείπει το ίδιο θέλημα, τόσο γνωρίζει ελάφρυνσι από την ενόχλησι των παθών. Εάν ο υποτακτικός γνωρίση στην πράξι το «ευλόγησον», και το «νάναι ευλογημένον», αυτός ο υποτακτικός θα στεφανωθή με αμάραντο στέφανο στον ουράνιο κόσμο.
 Όπου ο υποτακτικός έβαλε το θέλημά του, εκεί έβαλε δηλητήριο και δεχόμενος δηλητήριο αυτοδηλητηριάζεται. Και λάθος να του δοθή μια εντολή, όμως για την υπακοή που θα κάνη, ο Θεός θα ευλογήση… Ένας υποτακτικός έκανε τόσο απερίεργη υπακοή, που ο Γέροντας του έλεγε και πήγαινε και έκλεβε διάφορα πράγματα από τα κελλιά των αδελφών και του τα έφερνε! 
Ο Γέροντας τα έπαιρνε και τα έδινε πίσω και ποτέ δεν τον πείραξε ο λογισμός να του ειπή: « Μα τι είναι αυτό που μου κάνει ο Γέροντας; Με προτρέπει, με μαθαίνει να κλέβω; Να μου γίνη μια συνήθεια κατόπιν το κλέψιμο;». 
Σκέφθηκε και είπε: 
« Εγώ υπακούω, τώρα τι είναι αυτό που κάνω, δεν ξέρω. Ένα ξέρω, ότι υπακούω».

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης 

Sunday, August 5, 2018

Προσέχετε την γλώσσαν σας και τον νουν σας... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )

Η σωτηρία δεν κερδίζεται, όταν ημείς αργολογώμεν ή όταν διερχώμεθα τας ημέρας μας χωρίς υπολογισμόν.
Προσέχετε την γλώσσαν σας και τον νουν σας, διότι η φυλακή αυτών γεμίζει την ψυχήν από φως Θεού.
Εκείνος όμως που έχει αχαλίνωτον το στόμα του, αποταμιεύει εις την ψυχήν του ποικιλίαν ακαθαρσιών.


Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης

Thursday, August 2, 2018

Έχομεν ανάγκην πολλής προσοχής, να προσέχωμεν τους εαυτούς μας και να φοβούμεθα τον Θεόν... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )

Έχομεν ανάγκην πολλής προσοχής, να προσέχωμεν τους εαυτούς μας και να φοβούμεθα τον Θεόν. Ο φόβος είναι φως, είναι λυχνάρι, αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. Και πριν της αγάπης του Χριστού ο φόβος, και όταν η αγάπη του Χριστού έλθη, πάλιν ο φόβος να συγκεράζεται μετά της αγάπης, διότι η αγάπη ημπορεί να οδηγήση τον άνθρωπον εις ελευθερίαν, και έτσι να ξεφύγη πάλι από την ορθήν αγάπην, ο φόβος είναι το φρένο που συγκρατεί τον άνθρωπον. 
Όταν ίδωμεν μέσα μας φθόνον, ζήλειαν, κατάκρισιν, μεμψιμοιρίαν και ό,τι άλλο υπάρχει του διαβόλου, να γνωρίζωμεν, ότι δεν έχομεν καθαράν καρδίαν. Εάν είχαμεν καθαράν καρδίαν και να μας έβριζαν και να μας εχλεύαζαν, δεν θα εσκανδαλιζόμεθα. Το ότι σκανδαλιζόμεθα, το ότι πειραζόμεθα, το ότι πικραινόμεθα, δεικνύει το ότι η καρδία μας δεν είναι καθαρά. Μας λείπει η ταπεινοφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη τον άνθρωπον τον κάνει ανεκτικόν, μακρόθυμον, υπομονετικόν. Όταν δεν έχωμεν υπομονήν, όταν δεν έχωμεν μακροθυμίαν, όταν δεν έχωμεν ανοχήν, όταν δεν υπομένωμεν, είναι χαρακτηριστικόν ότι μας λείπουν αι βασικώτεραι των αρετών, η ταπεινοφροσύνη και η αγάπη, αι οποίαι μας οδηγούν πλησιέστερον προς τον σκοπόν και ο σκοπός είναι η καθαρότης. 
Όταν δεν υπάρχη αγάπη πνευματική, γνησία και ταπεινοφροσύνη, τότε τον σκοπόν μας δεν τον έχομεν φθάσει. Δεν χρειάζεται ο άνθρωπος πολυμάθειαν και μεγάλας γνώσεις δια να φθάση εις την καθαρότητα. Όταν σκέπτωμαι, ότι εθυσίασα τα πάντα δια να φθάσω εις αυτόν τον σκοπόν, δεν δικαιολογούμαι να δικαιώνω εαυτόν. Τον εαυτόν μας εάν δικαιολογώμεν, δεν είμεθα εντός του σκοπού. Μα πταίει ο άλλος, μα δεν πταίει, αυτό δεν είναι τόσον εξεταστέον, όσον εξεταστέον είναι, εάν πράγματι αγαπώ τον αδελφόν μου, εάν δεν αισθάνωμαι βαρείαν την καρδίαν μου. Εγώ πταίω, εγώ πρέπει να αλλοιώσω την ψυχήν μου και να τον αγαπήσω, παρ’ ότι μέσα μου αισθάνομαι πικρίαν δι’ αυτόν, διότι κάποτε με ήλεγξε ή δεν σκέπτεται καλώς δι’ εμέ. Εάν μέσα μου έχω την εικόνα του, σκιεράν και κάπως πικράν, αυτό βαρύνει μόνον εμέ. Ημπορεί να είναι έτσι και εις την αλήθειαν ο αδελφός απέναντί μου, αυτό όμως δεν βοηθεί τον σκοπόν μου, όπως και εάν διάκειται ο αδελφός απέναντί μου είτε καλώς είτε κακώς, εγώ εάν θέλω να φθάσω εις τον σκοπόν και να ενωθώ με τον Θεόν, πρέπει να τον βλέπω διαφορετικόν. Δια τούτο οι Πατέρες ουδέποτε εδικαιολόγουν τους ανθρώπους, τους μοναχούς κυρίως, εάν είχαν κάτι δια κάποιον άνθρωπον. Ένας πατέρας επήγαινε να δικάση ή μάλλον να μηνύση ένα άλλον αδελφόν. 
Πηγαίνει εις τον αββά Σισώη και του λέγει: 

-- Πάτερ, πηγαίνω να καταγγείλω τον αδελφό μου, διότι μου έκανε το τάδε και το τάδε κακόν.
– Άφησέ τον, συγχώρεσέ τον.
-- Όχι απαντά, εάν τον συγχωρήσω θα μου το ξανακάνη, πρέπει να τιμωρηθή αυτός ο άνθρωπος.
-- Ε, καλά, παιδί μου, ας κάνωμεν μίαν προσευχήν, και κατόπιν πήγαινε.
Εγονάτησαν λοιπόν, και ήρχισε ο αββάς Σισώης: «Πάτερ ημών… και μην αφής τα οφειλήματα ημών ως και ημείς ουκ αφίεμεν τοις οφειλέταις…».

--Ουχ ούτως, πάτερ, λέγει, λάθος κάνεις.
-- Εφ’ όσον θέλεις εις τον κριτήν να υπάγης τον αδελφόν σου, έτσι να προσευχηθώμεν!
Τότε εκατάλαβε ο αδελφός το σφάλμα του, μετενόησε και δεν επήγε να καταγγείλη τον αδελφόν. Λοιπόν μία είναι η μεγάλη αλήθεια, ότι, όπως η καρδία μας διατίθεται δια τον αδελφόν, θα διατεθή και η καρδία του Θεού δι’ ημάς. Θέλεις ο Θεός να συγχωρήση τα σφάλματά σου; Θέλεις να σε αγαπήση εξ όλης της καρδίας Του; Και εσύ εξ όλης σου της καρδίας αγάπησον και συγχώρησον. Θέλεις ο Θεός να λησμονήση και να μην ενθυμήται τα σφάλματά σου; Το θέλω, το επιθυμώ, φωνάζει η ψυχή. Και εσύ εις ό,τι σου έπταισεν ο πλησίον ούτε να το σκέπτεσαι ούτε να το ενθυμήσαι. Αυτή είναι η τεραστία αλήθεια. Λοιπόν όποιος ξεφεύγει από αυτόν τον σκοπόν θα κάνη μεγάλα και πολλά λάθη εις την ζωήν του. Εάν εφαρμοσθούν τα ως άνω, τα οποία είναι πατερική σοφία, ο διάβολος δεν θα εξουσιάζη. 
Ας προσέξωμεν όλοι μας να βιασθώμεν, ίνα μη χάσωμεν τον σκοπόν μας και αύριον μετανοήσωμεν σκληρά, πρέπει να τα προβλέπωμεν αυτά και να εργαζώμεθα, ωσάν να είναι η τελευταία ημέρα μας. Ένας είναι ο σκοπός μας, ο άνθρωπος να ίδη τον εαυτόν του, να ίδη την ενοχήν επάνω του, εις όλα τον εαυτόν του να ελέγχη, τον εαυτόν του να κατακρίνη, αυτόν να θεωρή υπαίτιον, αυτός να θεωρήται ένοχος, τον δε πλησίον να μη προσέχη είτε έτσι είναι είτε όχι.

Λέγουν οι πατέρες: 
«Εάν θελήσωμεν να ειρηνεύσωμεν τους εαυτούς μας, προσπαθώντας να ειρηνεύσωμεν τους άλλους, ουδέποτε θα έχωμεν ειρήνην». Δηλαδή, εάν θέλωμεν να αποκομίσωμεν την ειρήνην από το να ειρηνεύσουν οι άλλοι, δεν ειρηνεύομεν. Άρα πρέπει ο άνθρωπος μόνος του να εύρη την ειρήνην, εσωτερικά. 
«Ειρήνευσον σεαυτώ» λέγει ο αββάς Ισαάκ, «και ειρηνεύσει σοι ο ουρανός και η γη».
Όλα αυτά να τα τοποθετώμεν μέσα εις την καρδίαν μας ανεξίτηλα, διότι είναι ο πλούτος ο πνευματικός, που μας δίδουν τα ιερά Ευαγγέλια και τα πατερικά κείμενα, δια να σώσωμεν την ταλαίπωρον ψυχήν μας!
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης  

Tuesday, July 31, 2018

Μια Βιωματική εξομολόγηση του Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου

Δεκαεννέα ετών ήμουν, ενθυμούμαι, όταν επήρα τον δρόμο για το Περιβόλι της Παναγίας μας, το Άγιο Όρος.

Τον δρόμο αυτόν προς τον Μοναχικό βίον μου τον υπέδειξε ή ενάρετος και φιλομόναχος μητέρα μου - νυν Μοναχή Θεοφανώ.


Εις τα πρώτα έτη της δυστυχίας της Κατοχής, όταν είχα διακόψει χάριν εργασίας το Γυμνάσιο, ήλθε σε μίαν από τις δύο εκκλησίες των Παλαιοημερολογιτών εις τον Βόλο ένας ιερομόναχος Αγιορείτης ως εφημέριος. Αυτός ήταν καλογέρι του Γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού, καθώς τον έλεγε. Αυτός ο Αγιορείτης ιερομόναχος στάθηκε δι' εμένα εκείνον τον καιρόν πολύτιμος σύμβουλος και βοηθός εις την πνευματική μου πορεία. Τον έκαμα Πνευματικόν και με τις διηγήσεις του και τις συμβουλές του εις ολίγον καιρόν άρχισα να αισθάνομαι την καρδίαν μου να ξεμακραίνει από τον κόσμον και να προσκολλάται προς το Άγιο Όρος. Μάλιστα, όταν μου μιλούσε δια την ζωήν του Γέροντος Ιωσήφ, κάτι εφλέγετο μέσα μου, και διάπυρος εγένετο ή ευχή και ο ποδός μου, πότε να τον γνωρίσω.
Όταν ήλθε πλέον ή ώρα -Σεπτεμβρίου είκοσι έξι 1947-ένα καραβάκι μας έφερνε αργά-αργά ένα πρωινό από τον κόσμον προς το αγιώνυμο Όρος ωσάν να ειπεί κανείς από την όχθη τον πρόσκαιρου προς την αντίπερα της αιωνιότητας.
Εις την σκάλα της Αγίας Άννης περίμενε ένα σεβάσμιον Γεροντάκι, ο Γέρο- Αρσένιος.


Δεν είσαι συ ο Γιαννάκης από το Βόλο; με ερωτά.
Ναι, του λέγω, Γέροντα, άλλα πως με ξέρετε;


-Α, λέγει, ο Γέροντας Ιωσήφ το ξέρει από τον Τίμιον Πρόδρομο. Του εμφανίστηκε απόψε και του είπε: Σου φέρνω ένα προβατάκι, βάλε το στην μάνδρα σου".
Εγώ, κόλλησε η σκέψη μου εις τον Τίμιον Πρόδρομο, τον προστάτη μου, εις τον οποίου την ημέραν της γεννήσεως γεννήθηκα. Αισθανόμουν πολλή ευγνωμοσύνη δια την φροντίδα τον αυτήν.


- Λοιπόν, Γιαννάκη, πάμε, μου λέγει ο Γέρο Αρσένιος. Πάμε, διότι ο Γέροντας μας περιμένει.
Ανηφορίσαμε. Τι αισθήματα! Όση δύναμιν και αν διαδέτη κανείς δεν περιγράφονται.
Το βράδυ εκείνο, μέσα στο Εκκλησάκι τον Τίμιο Πρόδρομο, πού είναι λαξευμένο μέσα στην σπηλιά, έβαλα την μετάνοια της υποταγής μου. Εκεί μέσα εις το παραμικρό εκείνο φως γνώρισε ή ψυχή μου με τον δικό της τρόπον την φωτεινή φυσιογνωμία του αγίου Γέροντος μου.


Ήμουν ο μικρότερος της Συνοδείας κατά σωματική και πνευματική ηλικία. και ο Γέρων Ιωσήφ υπήρξε ένας από τα μεγαλύτερα αγιορείτικα πνευματικά αναστήματα του καιρού μας. Έμεινα πλησίον τον δώδεκα έτη μαθητευόμενος παρά τους πόδας τον. Τόσο έζησε μετά ταύτα.
Με αξίωσε ο Θεός να , τον υπηρετήσω μέχρι τελευταίας αγίας του πνοής. Και ήταν άξιος πάσης υπηρεσίας έναντι των πολλών του πνευματικών κόπων έναντι των αγίων του ευχών, τας οποίας μας άφησε βαρύτιμο πνευματική κληρονομίαν. Τον γνώρισα όντως θεοφόρο. Πνευματικός στρατηγός άριστος. Εμπειρότατος εις την πάλη κατά των παθών και των δαιμόνων. Δεν ήτο δυνατόν να έλθει πλησίον τον άνθρωπος, όσον εμπαθής και αν ήταν, και να μη θεραπευθεί. Αρκεί μόνον να τον έκαμνε υπακοή.
Αναφερόμενος εις τους μοναχούς υπεράνω όλων έθετε την Χριστομίμητο υπακοή. Δια τους κοσμικούς πρόκρινε την νοερά προσευχή, αλλά πάντοτε τη υποδείξει εμπείρων οδηγών. Διότι είχε πολύ φοβηθεί το μάτι τον από τις πλάνες των ανθρώπων.


- Είδες άνθρωπον να μη συμβουλεύεται ή να μην τηρεί τις συμβουλές; Εις ολίγον καιρόν περίμενε να τον δεις πλανεμένο. Αυτό συχνά μας το έλεγε.


Εις την τάξιν μας την ασκητική ήτο αυστηρότατος. Αγάπησε με όλη του την ψυχήν "νηστεία, αγρυπνία, προσευχή". Το ψωμάκι τον και το φαγάκι τον πάντοτε με μέτρον. Δεν έτρωγε δε φαγητό πρόσφατο, εάν γνώριζε ότι υπήρχε κάτι περίσσευμα της χθες ή τρίτης ημέρας. Εις ημάς όμως τους νέους ήτο μετριοπαθής ως προς την δίαιτα. Διότι διέβλεπε τόσες σωματικές αδυναμίες, όπου έκρινε ότι έπρεπε να μας οικονομήσει. Αλλ' ή επιείκεια του εφαίνετο ωσάν να εξηντλείτο όλη εις αυτήν την συγκατάβαση. Πέραν τούτον σφόδρα απαιτητικός. "Όχι ότι δεν γνώριζε να συγχωρεί σφάλματα ή να ανέχεται αδυναμίες, αλλά ήθελε από ημάς να επιστρατεύομε όλες τις δυνάμεις ψυχής και σώματος εις την άσκηση. Διότι έλεγε ότι δεν δίνουμε να το χρησιμοποίηση ο Θεός, το χρησιμοποιεί ο άλλος. Δι' αυτό και ο Κύριος μας δίδει εντολή να τον αγαπώμεν εξ όλης ψυχής και καρδίας, δια να μη ευρίσκει τόπον και ανάπαυσιν ο πονηρός να σταθεί μέσα μας".


Αγρυπνούσαμε κάθε νύκτα. Αυτό ήτο το τυπικόν μας. Απαιτούσε να αγωνιζώμεθα μέχρις αίματος εναντίον του ύπνου και των αισχρών λογισμών. Εκείνος αγρυπνούσε σκοτεινά μέσα στο κελλάκι του με αχώριστο σύντροφο την αδιάλειπτο νοερών προσευχή. Καίτοι απομονωμένος εκεί μέσα έδειχνε ότι γνώριζε τι συμβαίνει έξω πώς κινούμεθα ημείς και πώς πορευόμεθα. Με μίαν απλή ματιά διάβαζε τους λογισμούς μας. Και, όταν έβλεπε ότι είχαμε ανάγκην τονώσεως πνευματικής, μας διηγείτο διάφορα θαυμαστά κατορθώματα των Αγιορειτών Πατέρων. Εις την διήγηση του ήτο χαριέστατος. Όταν μιλεί ήθελες συνεχώς να τον ακούς. Παρ' όλον όμως το φυσικό διηγηματικό του χάρισμα, όταν έφτανε να μας ομιλεί δια τον θείων φωτισμό, δια τις καταστάσεις της χάριτος, πολλές φορές έδειχνε ότι στενοχωρείται, διότι το πτωχό ανθρώπινο λεξιλόγιο δεν τον βοηθούσε να έκφραση εκείνα του τα βαθιά νοήματα. "Έμεναν ωσάν άφωνος, ωσάν μακράν οπό ημάς, μη δυνάμενος να ομιλήσει δι' εκείνα όπου ευρίσκονται εις την υπεράγνωστον, υπέρλαμπρο, ακρότατη κορυφή των μυστικών λογίων εκεί όπου τα απλά και απόλυτα, τα άτρεπτα και απόρρητα μυστήρια της Θεολογίας.


Δεν είχε σπουδάσει ο Γέροντας μου Θεολογία. Όμως θεολογεί με πολλή βαθύτητα. Γράφει εις μία από τις επιστολές του "ό αληθής Μοναχός, όταν εν τη υπακοή και τη ησυχία καθαρίση τας αισθήσεις και γαληνιάση ό νους και καθαριστή ή καρδία του, τότε λαμβάνει χάριν και φωτισμό γνώσεως και γίνεται όλος φως, όλος νους, όλος διαύγεια και βρύει θεολογία, όπου αν γράφουν τρεις δεν προλαμβάνουν το ρεύμα της χάριτος όπου βρύει κυματωδώς και σκορπίζει ειρήνη και άκρα ακινησία πασών εις όλον το σώμα. Φλογίζεται ή καρδία από θεία αγάπη και φωνάζει: Κρατεί, Ιησού μου, τα κύματα της χάριτος σου, ότι αναλύομαι ώσει κηρός. Και όντως αναλύεται μη βαστάζων. Και αρπάζεται ο νους εις την θεωρία, και γίνεται σύγκρασις, και μετουσιουται ο άνθρωπος, και γίνεται ένα με τον Θεόν, ώστε να μη γνωρίζει ή να χωρίζει τον εαυτόν του καθώς ο σίδηρος εις το πυρ, όταν ανάψει και αφομοίωση εις το πυρ."


Από τα λόγια του αυτά φαίνεται ότι ο θείος γνόφος, τον οποίον καταυγάζει το άκτιστο φως, δεν του ήτο άγνωστος και απρόσιτος περιοχή, αλλά τον γνώριζε ως χώρον και τρόπον παρουσίας Θεού ως μυστήριον απόρρητον, ως φως υπέρλαμπρο και υπερφανέστατο. Και τούτο διότι ο Γέροντας μου γνώριζε να προσεύχεται. Πολλές φορές, όταν έβγαινε από την πολύωρο καρδιακήν προσευχή του, βλέπαμε το πρόσωπον του αλλοιωμένο και φωτεινό. Δεν είναι διόλου θαυμαστό το ότι το φως εκείνο μέσα εις το όποιον λούζετο συνεχώς ή ψυχή του, κατά καιρούς περιέλουε εμφανώς και το σώμα του. Εξ άλλου το φωτοστέφανο των Αγίων δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή ή ανταύγεια του άκτιστου φωτός της χάριτος, όπου λάμπει και χρυσαυγίζει μέσα τους.


Η αγνότητα του Γέροντος ήτο κάτι το θαυμαστόν.


Ενθυμούμαι, όταν έμπαινα το βράδυ εις το κελλάκι του, ευωδίαζε όλο. Η δε οσμή της προσευχής του αισθανόμουν να διαποτίζει ό,τι τον περιέβαλε, επηρεάζοντας όχι μόνον τις εσωτερικές αλλά και τις εξωτερικές μας αισθήσεις. Όταν μας ομιλούσε δια την αγνότητα ψυχής και σώματος, έφερνε πάντοτε ως παράδειγμα την Παναγία μας. - Δεν ημπορώ να σας περιγράψω, έλεγε, πόσον αρέσκει ή Παναγία μας την σωφροσύνη και καθαρότητα. Επειδή αυτή είναι η μόνη αγνή Παρθένος δι' αυτό και όλους τοιούτους μας θέλει και αγαπά. Και πάλιν έλεγε δεν υπάρχει άλλη θυσία πλέον ευώδης εις τον Θεόν, όσον ή αγνότητα του σώματος, όπου αποκτάται με αίμα και αγώνα φρικτό. Και κατέληγε βιαστείτε όθεν καθαρεύοντες την ψυχήν και το σώμα μη δέχεσθε ποσώς αισχρούς λογισμούς.


Αν ειπείτε δια την σιωπή λόγον δεν έβγαζε χωρίς ανάγκης. Ιδιαιτέρως την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, όταν ήσαν μόνοι των με τον Γερο- Αρσένιο, τηρούσαν σιωπή όλη την εβδομάδα. Ομιλούσαν μόνον από του Εσπερινού του Σαββάτου έως το Απόδειπνο της Κυριακής, και έκτοτε σιωπηλοί όλη την εβδομάδα. Με νοήματα συνενοούντο. Και, επειδή πολλή ωφέλεια είχε ιδεί από την άσκηση της σιωπής, απαγόρευε και εις ημάς να ομιλούμε μεταξύ μας μόνον δια τα απολύτως αναγκαία επέτρεπε να χαλούμε την σιωπή. "Όταν μας έστελνε έξω του ησυχαστηρίου μας δια κάποιον "διακονίαν" δεν μας επέτρεπε να μιλήσομε με κανένα. Ενθυμούμαι, όταν επέστρεφα, πάντοτε μου έκαμε ακριβή εξέτασιν, εάν τήρησα απόλυτον υπακοή και σιωπή. Εις παράβαση δύο-τριών λέξεων ο πρώτος μου "κανόνας" ήταν διακόσιες μετάνοιες. "Όμως ήξερε αυτός ο ουράνιος άνθρωπος με τόση δεξιοτεχνία να θεραπεύει τα πάθη των υποτακτικών του, ώστε μόνον να έμεναν πλησίον του και γινόντουσαν άλλοι άνθρωποι. Άλλα ολίγοι έμεναν. Ενώ πολλοί πέρασαν. Δεν ήτο εύκολων να μείνει κανείς κοντά του. Ιδίως την ταπεινότητα μου ή πατρική του αγάπη μου έκαμε τόση παιδεία, όπου ίσως μερικών θα εφαίνετο απίστευτο, εάν ήκουον. Λόγου χάριν, εις τα δώδεκα έτη, όπου εζήσαμεν μαζί, μετρημένες φορές άκουσα το όνομα μου από το στόμα του. Δια να με προσφώνηση, να με φωνάξει, χρησιμοποιούσε όλους τους ονειδισμούς και όλα τα ανάλογα κοσμητικά επίθετα. "Όμως τι στοργή μέσα εις αυτά τα περίτεχνα σκώμματα Τι ενδιαφέρον αγνό πίσω από τους ονειδισμούς αυτούς! Και πόσον ευγνωμονεί τώρα η ψυχή μου δι' εκείνες τις χειρουργικές επεμβάσεις της καθαρότατης γλώσσης του!


Μείναμε εις την έρημο αρκετούς χρόνους. Άλλ' όμως από τις διάφορες κακουχίες σχεδόν όλοι ασθενήσαμε. Ό Γέροντας επήρε εις την προσευχή του την πληροφορία πώς έπρεπε να κατεβούμε παρακάτω όπως και έγινε. Εκεί το κλίμα ηπιότερων, οι κόποι μετριότεροι, και συνήλθαμε. Έκτος του Γέροντος αυτός ήταν ασθενής εις όλη του την ζωή. Θέλετε από την νηστεία, θέλετε από τους κόπους της αγρυπνίας, από τον ίδρωτα της προσευχής ή από συνεργία πειρασμού, πάντως από όλα αυτά έφθασε να είναι όλος μία πληγή. Μιαν ήμερα τον ερώτησα: - Γέροντα, γιατί κάμετε τώρα τόση νηστεία, έπειτα από τόση εξάντληση;

Και μου απήντησε:

- Τώρα, παιδί μου, νηστεύω να δώσει σε σας την χάριν Του ο αγαθός μας Θεός.


Όμως, παρά τας σωματικός του ασθενείας και πόνους, αισθανόταν μέσα του τόση ψυχική ευφορία και μακαριότητα, όπου δυσκολεμένος να την περιγράψει έλεγε ότι κάτι ωσάν Παράδεισος είναι μέσα του.


Τέλος ήλθε και ό καιρός της αναχωρήσεως του. Τον θάνατο τον ανέμενε εις όλη του την ζωήν. Διότι ή παραμονή του εδώ ήταν αγώνας και κόπος και πόνος. λαχταρούσε ή ψυχή του ανάπαυσιν και το σώμα του επίσης. Και εις ημάς, παρ' ότι απ' αρχής μας είχε εμφυτεύσει έντονο την μνήμην του θανάτου, έκαμε πολύ ισχυρά εντύπωση ή εξοικείωση του με το "φοβερότατων του θανάτου μυστήριον". έδειχνε ότι ετοιμάζεται δια πανήγυρη. Τόσον ή συνείδηση του τον πληροφορεί περί του θείου ελέους. Όμως τις τελευταίες ήμερες έκλαυσε πάλιν πέραν τον συνηθισμένου. Του λέγει ο Γέρο-Αρσένιος, να τον παρηγόρηση: - Γέροντα, τόσους κόπους, τόση προσευχή κάματε εις όλη σας την ζωήν, τόσα κλάματα πάλιν κλαίτε; Τον κοίταξε ο Γέροντας και αναστέναξε: - "Ε, Γέρο Αρσένιε! άλήθεια είναι αυτά όπου είπες, αλλά άνθρωπος είμαι. Μήπως γνωρίζω αν ήσαν αρεστά όσα έπραξα εις τον Θεόν μου; Αυτός Θεός είναι δεν κρίνει καθώς ημείς οι άνθρωποι. Και μήπως θα ξαναγυρίσομε πάλιν εδώ δια να κλαύσωμεν; Ό,τι προλάβει τώρα ο καθένας μας. Όσο πενθήσει και κλαύση, τόσον θα παρακληθεί.


Η αγάπη του προς την Παναγία μας είναι ανωτέρα πάσης περιγραφής. Μόνον πού ανέφερε το όνομα της τα μάτια του έτρεχαν. Την παρακαλούσε οπό καιρόν, να τον πάρει, να ξεκουραστεί. Και τον εισήκουσεν ή Παντάνασσα. Τον πληροφόρησε ένα μήνα πριν δια την αναχώρησίν του. Με κάλεσε τότε ο Γέροντας και μου υπέδειξε τι να ετοιμάσομε. Περιμέναμε Την παραμονή της κοιμήσεως του - 14 Αυγούστου 1959 - πέρασε να τον ηδύ ο κ. Σχοινάς από τον Βόλο ήσαν γνώριμοι πολύ.


Τι κάμετε Γέροντα, του λέγει, πως έχει η υγεία σας;


Αύριο Σωτήρη, αναχωρώ δια την αιώνια πατρίδα. Όταν ακούσης τις καμπάνες, να ενδυμηθής, τον λόγον μου.

Το βράδυ εις την αγρυπνία της Κοιμήσεως της Παναγίας μας ο Γέροντας συνέψαλλε όσον ήδύνατο με τους Πατέρας. Εις την Θεία Λειτουργία την ώραν πού κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια είπε: "έφόδιον ζωής αιωνίου". Ξημέρωσε 15η Αυγούστου. Ό Γέροντας κάθεται στην μαρτυρική του πολυθρονίτσα στην αυλή του ησυχαστηρίου μας. Περιμένει την ώραν και την στιγμήν. Είναι σίγουρος δια την πληροφορία πού του είχε δώσει ή Παναγία μας, αλλά βλέποντας την ώραν να περνά και τον ήλιον να ανεβαίνει του έρχεται κάτι ωσάν στενοχώρια, ωσάν αγωνία δια την βραδύτητα. Είναι ή τελευταία επίσκεψις του Πονηρού. Με φωνάζει και μου λέγει: - Παιδί μου, γιατί αργεί ο Θεός να με πάρη; Ό ήλιος ανεβαίνει και εγώ είμαι ακόμη εδώ! Βλέποντας εγώ τον Γέροντα μου να λυπήτε και σχεδόν να αδημονεί του λέγω με θάρρος: - Γέροντα μη στενοχωρήστε, τώρα εμείς θα κάνομε "ευχή" και θα φύγετε. Σταμάτησαν τα δάκρυα του. Οι πατέρες, ο καθένας το κομποσχοίνι του και έντονο την ευχή. Δεν πέρασε ένα τέταρτο και μου λέγει: - Κάλεσε τους Πατέρες να βάλουν μετάνοια, διότι φεύγω. Βάλαμε την τελευταία μετάνοια. "Έπειτα από λίγο σήκωσε τα μάτια του υψηλά και έβλεπε επιμόνως επί δύο λεπτά περίπου. Κατόπιν γυρίζει, και πλήρης νηφαλιότητας και ανέκφραστου ψυχικού θάμβους μας λέγει:

- Όλα τελείωσαν, φεύγω, αναχωρώ, ευλογείτε!

Και με τις τελευταίες λέξεις έγειρε το κεφάλι του δεξιά, ανοιγόκλεισε δύο-τρεις φορές ήρεμα το στόμα και τα μάτια, και αυτό ήταν. Παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Εκείνου τον οποίον πόθησε και δούλευσεν εκ νεότητας.


Θάνατος όντως οσιακός. Εις ημάς σκόρπισε αναστάσιμων αίσθησιν. Μπροστά μας είχαμε νεκρό και ήρμοζε πένθος, όμως μέσα μας ζούσαμε άνάστασιν. Και τούτο το αίσθημα δεν έλειψε πλέον με αυτό συνοδεύεται έκτοτε η ενδύμησις του αειμνήστου αγίου Γέροντος.


Επειδή αυτή καθ' έαυτήν ή ζωή του υπήρξε δι' ημάς γραπτή και προφορική διδασκαλία επειδή και γνωρίσαμε εξ ιδίας πείρας την δύναμιν των λόγων του και επειδή υπό πολλών πιεστικώς από ετών παρακαλούμεθα να γράψομε περί του αγίου Γέροντος ιδού όπου δια της παρούσης επιμελείας δίδομε εις αυτόν τον ίδιον την δυνατότητα να ομιλήσει δια μέσου των επιστολών του.


Ό Γέρων Ιωσήφ ήταν αγράμματος κατά κόσμον - μόλις Δευτέρας Δημοτικού. "Όμως ήταν σοφός περί τα θεία. Θεοδίδακτος. Το Πανεπιστήμιον της ερήμου του έμαθε εκείνα των οποίων κυρίως έχομεν ανάγκην τα ουράνια.


Γνωρίζομε ότι θα ωφελήσουν δια των λόγων του Γέροντος οι μονάζοντες Γνωρίζομε ότι δα ωφεληθούν οι εν κοσμώ τον αγώνα τον καλόν αγωνιζόμενοι. Εάν ωφελήσουν και κάποιοι άλλοι, αυτό ο Κύριος το γνωρίζει, και ας κόμη ως ευδοκεί η αγαθότης Του. Πάντως τα τοιαύτα μήτε ευκόλως ακούονται - χωρίς γενναίων φρόνημα - μήτε και γίνονται πράξης, χωρίς αγώνα και κόπο πολύν.


Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγούμενος της εν Αγίω Όρη Ιεράς Κοινοβιακής Μονής του Οσίου Φιλοθέου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ.