Wednesday, July 25, 2018

How precious is the time of this life! ( Elder Ephraim of Arizona )

How precious is the time of this life! 
Every minute has great worth, for within one minute we can think so many things, either good or evil. One godly thought raises us to heaven, and one diabolical thought lowers us to hell. So then, behold how valuable every minute in this present life is. Unfortunately, though, we do not think about this, and hours, days, and years pass with no profit—but is it merely with no profit? How much damage we have all suffered—and I, first—without realizing it! But some day, when our soul is about to depart from our body, we shall realize it. But, alas, it will be too late; there is no room for correction then. We must realize this now when we can still make a start. 
We should take advantage of the precious time of our life. Truly blessed is he who compels himself and makes a start, because some day he will become spiritually rich. It is never too late, for the Lord awaits each one of us to awaken so that He may give us work. He waits until the eleventh hour (cf. Mt. 20:6 ). He tries with every means to awaken us.
 I pray that all of us will awaken, light our lamps, and with a vigilant eye wait patiently for the Lord to come, so that we may enter the resplendent bridal chamber of eternal bliss, the festival of the bright angels, to chant with them the resurrectional canticles, which will elevate us from theoria to theoria and to divine ascents! Then—oh, then!—we shall fully realize what a great work it is to compel ourselves in everything and that our superiors did well to push us and grieve us, for we shall say, “Behold what we see now!” Then our thanks to God will have no limits. Then we shall really render thanks worthily to God!

Elder Ephraim of Arizona

Όχι, εγώ θα πάω... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )

Ο Άγιος Γέροντάς μου ακόμη ένα από τα πολλά παραδείγματα που μας έλεγε, για να μας τονώση γύρω από την υπακοή και την πίστι και την αγάπη προς το πρόσωπο του Γέροντος, είναι το εξής που συνέβη στα Κατουνάκια:
 Ένας υποτακτικός αγαπούσε πολύ τον Γέροντά του, έκανε πολλή υπακοή. Κάποτε είχαν πάει στις Καρυές, ο Γέροντάς του αρρώστησε βαρειά εκεί, ήθελε να επιστρέψη στο κελλί τους. Ο υποτακτικός λοιπόν τον πήρε στους ώμους του και από το βουνό κορυφογραμμή, ώρες περπατώντας, τον έφερε στα Κατουνάκια όπου έμεναν. Αυτός ο μοναχός κατόπιν συνδέθηκε με μια συνοδεία εκεί επάνω στον Άγιο Βασίλειο, στην οποία οι πατέρες κοινωνούσαν χωρίς να νηστεύουν και ήθελε ν’ αφήση τον Γέροντά του και να πάη εκεί να μονάση. Μεγαλόσχημος ων ήθελε να φύγη από τον Γέροντά του και να πάη εκεί.

Ο Γέροντας του έλεγε:
-- Δεν θα πας.
Αυτός απαντούσε:
-- Όχι, εγώ θα πάω.
-- Παιδί μου, του ξαναέλεγε ο Γέροντας, μη πας, Πάσχα έρχεται, κάθησε εδώ να εορτάσωμε μαζί την Ανάστασιν…
-- Όχι, θα πάω, ξαναέλεγε.
Έχασε μια μέρα ο Γέροντας την υπομονή του και του λέγει: « άγγελος πονηρός να σε καταδιώξη». Την επομένη έβγαλε ένα μεγάλο σπυρί στη μύτη, άρχισε να πρήζεται. Τελικά κατέληξε εις τον πατέρα Αρτέμιον, τον πρακτικόν ιατρόν, που έκανε τον Γέροντα Ιωσήφ και εμένα καλά. Του έδειξε το σπυρί, αλλά δεν μπόρεσε να τον θεραπεύση… 
Σε 3-4 ημέρες το πρήξιμο μεγάλωσε, έσπασε το σπυρί και έτρεχε πύον και πήγαινε προς τον θάνατο. 
Του έλεγαν οι Πατέρες: 
« Να συνδιαλλαγής με τον Γέροντά σου δια την αγάπη του Χριστού, να πάρης την ευλογία του μαζί σου, να σε συγχωρήση.»
 « Όχι» έλεγε! Είχε αγριέψει σαν δαιμονισμένος! Στο τέλος όμως, όταν κόντευε να ξεψυχήση, κτυπούσε το στήθος και έλεγε τις λέξεις: « έχασα, έχασα, έχασα το παιχνίδι της σωτηρίας μου!!».
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης