Showing posts with label Προσευχή. Show all posts
Showing posts with label Προσευχή. Show all posts
Thursday, June 27, 2019
Friday, July 14, 2017
Friday, May 26, 2017
Περί προσευχής ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )
Η προσευχή είναι καταπέλτης κατά των δαιμόνων, κατά των παθών, κατά της αμαρτίας και γενικά, βέβαια, κατά παντός που εναντιώνεται στο δρόμο της σωτηρίας.
Κάποτε ήταν ένας μοναχός και είχε πέσει σε αμέλεια πολλή. Τόσο ώστε και τον κανόνα του άφησε και στράφηκε προς το κόσμο. Πήγε στην πατρίδα του την Κεφαλονιά. Πήγε λοιπόν να προσκύνηση τον Άγιον Γεράσιμο. Πηγαίνοντας λοιπόν να προσκυνήσει τον Άγιο, τον συναντά μια δαιμονισμένη στο δρόμο και του λέει.
-Ξέρεις τι κρατάς στο χέρι σου; Αχ, να ήξερες, ταλαίπωρε τι κρατάς στο χέρι σου; Να ήξερες πόσο με καίει εμένα αυτό το κομποσκοίνι σου, και συ το κρατάς, έτσι από συνήθεια, για το τύπο!
Εμβρόντητος έμεινε ο μοναχός.
Από Θεού ήταν να μιλήσει το δαιμόνιο. Συνήλθε. Τον φώτισε ο Θεός και λέγει στον εαυτό του. Για δες τι κάνω ο ανόητος! Κρατώ στο χέρι μου το δυνατότερο όπλο και δεν μπορώ να χτυπήσω ένα διάβολο. Και όχι μόνο να τον κτυπήσω δεν μπορώ αλλά με σύρει και αιχμάλωτο όπου θέλει. Ήμαρτον Θεέ μου.
Και την ίδια αυτή στιγμή αναχωρεί για το μοναστήρι.
Μετανοιωμένος έβαλε πάλι αρχή καλή. Τόσο πρόκοψε στην ευχή ώστε έγινε υπόδειγμα ωφέλειας και για τους άλλους. Τον πρόλαβε και η ταπεινότητα μου αυτόν τον Γέροντα. Δεν άκουγες από το στόμα του άλλο, παρά το Κύριε Ιησού ελέησον με! Ακατάπαυστα. Του έλεγες κάτι, σου έλεγε δυο λέξεις και η γλώσσα του γύρισε ευθύς στην ευχή. Τόσο την είχε συνηθίσει. Τόσο τον είχε αλλοιώσει.
Γνωρίζω χιλιάδες ψυχές στο κόσμο, οι οποίοι βιάζουν τον εαυτό τους στην ευχή. Έχουν θαυμαστά αποτελέσματα. Η ευχή τους τονώνει τον αγώνα τον πνευματικό, τους φωτίζει μέσα τους και κάνουν βαθιά εξομολόγηση. Και τους πειρασμούς που ξεσηκώνει η ευχή, τρέχουν με λαχτάρα στα Άγια Μυστήρια. Και δεν μπορούν να κάνουν χωρίς την ευχή.
Έλεγε για την αγαθή συνείδηση και υπακοή:
Στην περιοχή της Άγιας Άννας στο Άθωνα ήταν ένα καλογέρι το οποίο κουβαλούσε τσουβάλια στάρι από τον αρσανά επάνω. Πολύς κόπος και πολλοί ίδρωτες.
Μια στιγμή άρχισε να λέγει με το λογισμό του. «Άραγε έχουμε μισθό για το τόσο κόπο και τους τόσους ιδρώτες που χύνουμε κάνοντας υπακουή στους Γεροντάδες μας;»
Ενώ, συλλογιζόταν αυτά, κάθισε λίγο να ξεκουραστεί. Τότε του ήρθε λίγος ύπνος. Μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως, βλέπει την Παναγιά μπροστά του.
«Μη στεναχωριέσαι, τέκνο του λέει. Οι ιδρώτες αυτοί που χύνεις για την υπάκουη, κουβαλώντας τα τρόφιμα, ως μαρτυρικό αίμα ενώπιον του Υιού μου λογίζεται».
Ήρθε στον εαυτό του ύστερα και του έφυγαν οι λογισμοί, του έφυγε η στεναχώρια. Κι οι πατέρες το έγραψαν στο πεζουλάκι και όποιος περνά από κει το διαβάζει.
Κοντά στο καθολικό της άγιας Άννας, υπάρχει ένα σπιτάκι, που λέγεται του «Πατριάρχου».
Εκεί ασκήτευε ένας Πατριάρχης ονόματι Κύριλλος.
Εγκατέλειψε τον πατριαρχικό θρόνο και ήλθε και έγινε καλόγερος.
Οι πατέρες κουβαλούσαν τα πράγματα στη πλάτη. Λέγουν στον Πατριάρχη. «Εσύ γέροντας είσαι, παναγιότατε και αμάθητος, να σου πάρουμε ένα γαϊδουράκι, να φορτώνεις τα τρόφιμα σου». Του πήραν ένα γαϊδουράκι και κατέβαινε με αυτό.
Μια μέρα, ενώ ανέβαινε ο Πατριάρχης με το ζώο και οι άλλοι πατέρες με τα τρόφιμα στην πλάτη τους, κάθισαν λίγο να ξεκουραστούν. Ξαφνικά ο Πατριάρχης, μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως βλέπει την Παναγιά μαζί με τους αγγέλους. Και η μεν Παναγιά είχε ένα δοχείο και πότιζε τους πατέρες, που κουβαλούσαν τα πράγματα, στην πλάτη τους, οι δε Άγγελοι είχαν μαντήλια, και σκούπιζαν τον ιδρώτα τους.
Βλέποντας έκπληκτος ότι σκούπιζαν και τον ιδρώτα από το γαϊδουράκι, παρακαλούσε λέγοντας.
«Σκουπίστε και εμένα σας παρακαλώ». Τότε του λέει η Παναγία.
«Πάτερ, εσύ δεν έχεις ίδρωτα, το γαϊδουράκι θα σκουπίσουμε που έχει».
Τότε ξύπνησε και ήλθε στον εαυτό του. Λέγει προς τους πατέρες. «Πάρτε το γαϊδουράκι, γιατί ζημιώνουμε σε πολλά πράγματα. Η Παναγία και οι Άγγελοι σκούπισαν το γαϊδουράκι και όχι εμένα». Έκτοτε τα κουβαλούσε και αυτός στην πλάτη του.
Πόσα και πόσα τέτοια δεν έχουν γίνει στην ζωή των πατέρων! Που να είμαστε να τα βλέπαμε! Τώρα, σπανίως συναντώνται, χάθηκαν όλα.
Για την Θεία Κοινωνία είπε.
Μετά φόβου και ευλάβειας να στέκεσαι στην εκκλησία, γιατί αοράτως ο Χριστός μας με τους αγγέλους παρευρίσκεται.
Τους προσέρχοντες ευλαβείς τους γεμίζει χάρη και ευλογία. Τους απρόσεκτους κατακρίνει ως αναξίους.
Προσπάθησε να κοινωνείς συχνά όσο το δυνατό, γιατί η Θεια Κοινωνία είναι άριστο βοήθημα για τον αγωνιστή κατά της αμαρτίας.
Τόνισε το εξής:
Οι ηθικές δυνάμεις που έχουμε μέσα μας, όταν καθοδηγούνται από την Προσευχή, γίνονται ισχυρότερες από όλους τους πειρασμούς και τους νικούν.
Η συχνότης στην προσευχή δημιουργεί μια συνήθεια για προσευχή, που δεν αργεί να γίνει δεύτερη φύση και φέρει συχνά το νου και την καρδιά σε ανώτερη ψυχική κατάσταση.
Για την προσευχή είπε πάλι:
Εάν επιθυμείς πραγματικά να αποδιώξεις κάθε αντιχριστιανική σκέψη και να εξαγνίσεις τον νουν σου, αυτό θα το πετύχεις μόνο με την προσευχή, γιατί τίποτα δεν μπορεί τόσο καλά να ρυθμίσει τις σκέψεις σου, όσο η προσευχή.
Το όνομα του Ιησού Χριστού που επικαλούμεθα στην προσευχή, περιέχει μέσα του αυτοϋπάρχουσαν και αυτενεργούσα ανορθωτική δύναμη.
Μην ανησυχείς λοιπόν από την ατέλεια και ξηρασία της προσευχής σου, αλλά περίμενε με επιμονή τον καρπό της συχνής επικλήσεως του Θειου Ονόματος.
Βλέπουμε ότι και λαϊκοί στην προσευχή αγίαζαν.
Ο πατέρας του άγιου ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Παλαμά μέσα στα βασίλεια ήταν, μέσα στο υπουργικό συμβούλιο του Ανδρόνικου, του Βυζαντινού Αυτοκράτορα. Παρ` όλο που είχε τόσες υποθέσεις και μέριμνες και σκοτούρες, δεν έμεινε αμέτοχος της προσευχής και της ωφέλειας και της προόδου από αυτήν.
Έτσι φανερώνεται ότι όπου ο άνθρωπος βρεθεί, όπου και αν σταθεί, οποια ζωή και αν κάνει, όταν αδολεσχήσει στην προσευχή αυτή την θαυματουργή πετυχαίνει την χάρη του Θεού.
Διηγήσεις του Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
Friday, March 24, 2017
Η δύναμις της Πίστεως και της Προσευχής ( Γεροντας Εφραιμ Φιλοθεϊτης )
Θα παρακαλούσα να μου δώσετε την ευχή σας, για να φωτίση ο Θεός το σκότος μου και να μπορέσω να σας μιλήσω δυο λόγια.
Θα σας διαβάσω μια μικρή περικοπή του Ευαγγελίου μας: «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. ιε’, 21-28).
Εδώ βλέπουμε μία γυναίκα Χαναναία, εννοείται ειδωλολάτρισσα, η οποία είχε μία κόρη, που ήταν δαιμονισμένη. και πάρα πολύ φυσικό ήταν να υποφέρη αυτή η μητέρα μαζί με την κόρη. Εκείνη σαν δαιμονισμένη βέβαια δεν καταλάβαινε, όταν το δαιμόνιο την τυραννούσε και την έθλιβε. αλλά η μητέρα βλέπουσα το παιδί της σ’ αυτήν την κατάστασι -άρρωστη για πολλά χρόνια- είχε πληγή μέσα της πολύ μεγάλη και φλεγόταν. Οπωσδήποτε θα την πήγε σε γιατρούς, θα έτρεξε εδώ κι εκεί. θεραπεία μηδεμία. Άκουσε ότι στο Ισραήλ υπάρχει ένας άνθρωπος, ένας προφήτης, ο οποίος κάνει θαύματα. Δαιμόνια βγάζει, ασθένειες θεραπεύει, αμαρτωλούς συγχωρεί, τους πάντας δέχεται, κανένα δεν διώχνει. Έτσι πήρε το θάρρος. Σκέφθηκε: «Αυτός θα είναι ο Σωτήρας μου, σ’ Αυτόν θα τρέξω. το βλέπω στην πράξι, ότι κάνει τόσες θεραπείες και τόσα καλά στους ανθρώπους».
Και ήρθε. ήρθε με πολλή πίστι και Τον προσκύνησε τον Χριστό μας και του είπε: «Κύριε, η θυγάτηρ μου κακώς, δηλαδή πολύ άσχημα, δαιμονίζεται και υποφέρει τρομερά και θεραπεία από πουθενά. Παρακαλώ, Σε ικετεύω, Σε προσκυνώ, Σε λατρεύω, κάνε τη θεραπεία, κάνε το θαύμα Σου και στο δικό μου κορίτσι». Φαίνεται ότι Τον πίεζε τον Χριστό με τις κραυγές και τις παρακλήσεις της ακολουθώντας από πίσω Του, Τον έθλιβε, Τον κούραζε. Αλλά ο Κύριος δεν κουράζεται. Οι μαθηταί βλέποντας τη Χαναναία να ακολουθή με τόση επιμονή και νομίζοντας ότι τον Κύριο τον στενοχωρεί, Τον παρεκάλεσαν να την απολύση, να τη διώξη, να τελείωση το θέμα της. Αυτή όμως ήρθε με περισσότερη επιμονή και Τον παρακαλούσε, κι έπεφτε στα πόδια Του λέγοντας: «Κύριε, κάνε έλεος». Τότε ο Κύριος στράφηκε στους αποστόλους Του και είπε: «Δεν ήρθα εγώ εδώ κάτω στη γη να θεραπεύσω αλλοτρίους, παρά μόνον τα χαμένα, τα απολωλότα πρόβατα του Ισραήλ».
Επειδή ο Ισραήλ ήταν ο εκλεκτός λαός του Θεού, οι Ισραηλίται πίστευαν ότι αυτοί ήταν αποκλειστικά τα παιδιά του Θεού κι όλους τους άλλους ανθρώπους τους θεωρούσαν για τίποτα. Βέβαια ο Κύριος είχε το σκοπό Του, που το είπε αυτό. Το έκανε για να προκαλέση τη γυναίκα να πέση με περισσότερη θερμότητα, να αναπτύξη περισσότερο τη μεγάλη της πίστι, ώστε να θεατρίση τους Γραμματείς και Φαρισαίους, τους νομοδιδασκάλους, που ενομίζοντο ότι ήταν σπουδαίοι, ότι ήταν τα κατ’ εξοχήν παιδιά του Θεού, οι ευπειθείς και υπάκουοι στο νόμο του Θεού. Και στη συνέχεια είπε ο Κύριος: «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις», δηλαδή δεν είναι δυνατόν, δεν είναι καλό να στερήσω τη θεραπεία, την οποία έχω να δώσω στα παιδιά του Ισραήλ και να τη δώσω στα κυνάρια, στα σκυλάκια, όπως ελογίζοντο οι αλλότριοι, οι έξω από την πίστι στο Θεό, οι ειδωλολάτρες.
Όταν αυτή ήκουσε τον Κύριο να λέγη αυτό το πράγμα, φαίνεται ότι πόνεσε πολύ και με το φόβο μήπως αποτύχη αυτής της μεγάλης θεραπείας, αυτού του μεγάλου καλού, αυτής της λυτρώσεως, που προσδοκούσε από τον Κύριο, έπεσε κάτω στα πόδια Του και είπε: «Ναι, Κύριε, πράγματι εμείς είμαστε κυνάρια, ενώ τα παιδιά του Ισραήλ είναι τα παιδιά του Θεού. Αλλά και τα κυνάρια πολλές φορές τρώγουν τα ψιχία, τα ψίχουλα, αυτά που πέφτουν από το τραπέζι των παιδιών!» Σαν να έλεγε: «Ψίχουλα δώσε και σε μένα, μια και λογίζομαι κυνάριο και όχι ένα από τα παιδιά του Ισραήλ τα διαλεχτά». Κι όταν είδε ο Κύριος την τόσο μεγάλη της πίστι, αμέσως της είπε: «Γυναίκα μεγάλη είναι η πίστις σου! Να γίνη ό,τι επιθυμείς!» Κι από την στιγμή εκείνη το κορίτσι της έγινε καλά. Εθριάμβευσε η πίστις!
Έχουμε επίσης και την αιμορροούσα γυνή. Κι αυτή όπως βλέπουμε στο Ιερό Ευαγγέλιο έπασχε επί δώδεκα έτη από χρόνια αιμορραγία. δεν έβρισκε πουθενά θεραπεία. Ξόδεψε πάρα πολλά χρήματα σε γιατρούς και φάρμακα και θεραπεία μηδεμία. Με την πίστι της στο Χριστό μας Τον πλησίασε. Πίστευε ακράδαντα ότι αν Τον ακουμπήση τον Ιησού, θα γίνη καλά. Και δεν απέτυχε του αιτήματος της καρδιάς της. Ο Χριστός για να δείξη τη μεγάλη της πίστι και τη θεραπεία συγχρόνως, είπε στους μαθητάς Του: «Κάποιος με ακούμπησε, ποιος είναι;» Απάντησαν οι απόστολοι: «Μα, Κύριε, τόσος κόσμος είναι εδώ και οι όχλοι Σε συνθλίβουν και λες τώρα, ποιος Σε ακούμπησε ιδιαίτερα;» «Ναι, κάποιος με ακούμπησε. Εγώ γνώρισα ότι από μένα βγήκε κάποια δύναμι. ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;» Βλέποντας η γυναίκα ότι δεν λανθάνει του Χριστού αυτό που έκανε, Τον πλησίασε και τρέμοντας έπεσε στα πόδια Του κι ομολόγησε ενώπιον όλου του λαού το θαύμα, ότι δηλαδή από τη στιγμή εκείνη που Τον άγγιξε, σταμάτησε η αιμορραγία και εθεραπεύθη αμέσως. Τότε της είπε ο Ιησούς: «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έσωσε.
Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. η’, 43-48).
Και σε μία άλλη παραβολή του Ευαγγελίου βλέπουμε κάποια χήρα να ενοχλή φορτικά, να «υποπιάζη» έναν κριτή, ο οποίος δεν είχε φόβο Θεού και εντροπή ανθρώπων, να την «εκδικήση», δηλαδή να την προστατεύση και να την απαλλάξη από κάτι, που ηδικείτο από κάποιον αντίδικο. Και είδατε τί έκανε ο κριτής της αδικίας; Μετά από την πολλή πίεσι και ενόχλησι, που του δημιούργησε αυτή η γυναίκα, για να την ξεφορτωθή, της έκανε το αίτημα (Λουκ. ιη’, 1-8). Εάν αυτός ο κριτής ο αθεόφοβος κατέληξε να κάνη το αίτημα της χήρας, γιατί τον ενοχλούσε και τον πίεζε, πολλώ μάλλον ο Ουράνιος Πατέρας θα κάνη τα αιτήματα των τέκνων του! Αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να αιτούμεθα, να παρακαλούμε, να κρούωμε την θύρα του ελέους του Κυρίου και θα τύχουμε απαντήσεως. Γι’ αυτό να πάρουμε το θάρρος, να εγκολπωθούμε την πίστι και να μη σταματήσουμε ποτέ να αιτούμεθα δια της προσευχής τα όσα μας απασχολούν, τόσο σαν αμαρτήματα, όσο και σαν πάθη ή και ακόμη σαν υποθέσεις ζωής. Έχουμε την προσευχή, η οποία τόσα πολλά καλά επιφέρει στον προσευχόμενο, όταν πιστεύη ακράδαντα ότι θα τύχη της απαντήσεως.
Όταν κατέβηκε ο Κύριος από το Όρος Θαβώρ μετά την Μεταμόρφωσι, ήρθε ένας πατέρας ο οποίος είχε κι αυτός παιδί σεληνιαζόμενο και προσέπεσε στα πόδια του Χριστού μας και του είπε: «Κύριε, δέομαί σου, Σε παρακαλώ, ελέησε το παιδί μου, γιατί σεληνιάζεται και κακώς πάσχει. Το ωδήγησα στους μαθητάς σου, αλλά δεν μπόρεσαν να το θεραπεύσουν. Λυπήσου μας και όσο δύνασαι βοήθησέ μας». Και ο Κύριος του είπε: «Εάν μπορής να πιστεύσης ότι δύναμαι να κάνω καλά το παιδί σου, τα πάντα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει». Φοβούμενος δε ο φτωχός μήπως τυχόν δεν πιστεύει, όπως χρειάζεται και όσο χρειάζεται, για να θεραπευθή το παιδί του, λέγει με δάκρυα στον Κύριο: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ μου την απιστία, ενίσχυσέ μου την απιστία, για να γίνη η πίστις μου δυνατή, ώστε το παιδί μου να γίνη καλά». Και τότε ο Κύριος επετίμησε το ακάθαρτο πνεύμα κι αφού εσπάραξε πολύ το παιδί βγήκε από μέσα του, αφήνοντάς το κάτω στη γη σαν νεκρό. Τότε ο Χριστός μας το έπιασε από το χέρι, το σήκωσε και το παρέδωσε στον πατέρα του θεραπευμένο (Ματθ. ιζ’, 14-20, Μάρκ. θ’, 17-27, και Λουκ. θ’, 37-43).
Κι εμείς όταν έχουμε τα αιτήματά μας, όταν έχουμε τις ανάγκες μας, όταν μας προσβάλλη η αμαρτία, μας προσβάλλουν, μας στριμώχνουν, μας πρεσσάρουν τα πάθη, να γονατίζουμε με όλη μας την καρδιά και να φωνάζουμε -ει δυνατόν οι προσευχές μας να συνοδεύωνται από δάκρυα- και τα αιτήματά μας θα γίνουν εισακουστά από τον Θεό. Βλέπουμε και τον Δαυίδ στον ρμ’ (140) Ψαλμό του, στον Εσπερινό να λέγη: «Κύριε, εκέκραξα προς Σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόν μου Κύριε». Κύριε κράζω προς Σε, φωνάζω σε Σένα με όλη την καρδιά μου, με όλη την ψυχή μου. ας εισακουσθούν τα λόγια της προσευχής μου, ας έρθουν στα αυτιά Σου και εκπλήρωσε τα αιτήματά μου. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου». Πράγματι μια τέτοια προσευχή είναι αδύνατον να μην εισακουσθή. Αλλά οι προσευχές μας και ιδιαίτερα οι δικές μου, είναι αυτές που δεν παίρνουν απάντησι. Γιατί; Γιατί όταν προσευχόμαστε ο νους μας δεν είναι εκεί.
Κάποιος ειδωλολάτρης ιερεύς είπε σε κάποιους μοναχούς:
- Όταν εσείς προσεύχεσθε στο Θεό σας, σας απαντά ο Θεός σας;
- Όχι, είπαν οι μοναχοί.
- Εμένα μου απαντά ο θεός μου. Για να μη σας απαντά, λέει, ο Θεός σας, σημαίνει ότι έχετε κακούς λογισμούς. Και είπαν οι πατέρες:
- Όντως έτσι έχει η αλήθεια.
Βέβαια σ’ αυτόν απαντούσε ο διάβολος, αλλά οι πατέρες είδαν ότι είπε την αλήθεια. Όταν προσευχώμεθα, ο νους μας, η διάνοιά μας σκορπάει εδώ κι εκεί και δεν ξέρουμε τι λέμε. Κι αφού εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι λέμε, πώς θα καταλάβη ο Θεός την προσευχή μας; Γι’ αυτό χρειάζεται, όταν προσευχώμεθα, προηγουμένως να συλλάβουμε την αμαρτωλότητά μας, να την κάνουμε αίσθησι και να τοποθετούμεθα με ταπείνωσι και με συντριβή καρδίας. Και όταν γίνη αίσθησις η αμαρτωλότητα μέσα στην καρδιά μας, τότε γίνεται καταστολή του μετεωρισμού. Η δε καταστολή του μετεωρισμού θα δημιουργήση τη διάθεσι και το αμετεώριστο της προσευχής. Τότε τα λόγια μας θα έχουν απήχησι.
Όπως βλέπουμε τον Τελώνη και τον Φαρισαίο. Ο Φαρισαίος έκανε προσευχή πολύ περισσότερη από τον τελώνη κι έλεγε: «Νηστεύω, αποδεκατώ… κ.λπ. και δεν είμαι σαν και τούτον εδώ τον τελώνη τον άδικο, ο οποίος κάνει καταχρήσεις και τόσα άλλα» (Λουκ. ιη’ 9-14). Ο μεν Φαρισαίος ήταν δίκαιος, διότι είχε τη δικαιοσύνη, έκανε πράξεις εξωτερικά βέβαια καλές, νήστευε, αγρυπνούσε, έκανε για το «θεαθήναι» ελεημοσύνη, έκανε προσευχές στα σταυροδρόμια όπου σήκωνε ψηλά τα χέρια του, ένιπτε τα χέρια του προτού να φάγη κι όλα τα άλλα τα τυπικά του Νόμου και ενόμιζε κατά τη συνείδησί του ότι ήταν πολύ εντάξει.
Ο τελώνης δεν έκανε πολλή προσευχή. Τί έλεγε; «Ιλάσθητί μοι, Κύριε, τω αμαρτωλώ». Δεν είπε πολλά πράγματα, αλλά τί είχε η προσευχή του; Είχε κάτι το ιδιαίτερο. Ποιο ήταν αυτό; Η αναγνώρισις ότι πράγματι ήταν τελώνης. και οι τελώνες τότε εθεωρούντο άδικοι, είχαν εις βάρος τους την κατηγορία του αμαρτωλού, του τελευταίου ανθρώπου, γιατί έκλεβαν. Κι επομένως ο καημένος ο τελώνης αισθανόταν τις αδικίες του. Πώς θα μπορούσε να σηκώση ο φτωχός κεφάλι και να πη: «Αποδεκατώ όσα κτώμαι και νηστεύω δις του Σαββάτου, ότι κάνω καλές πράξεις και τόσα άλλα;» Αυτός βλέποντας τη μαυρίλα της αδικίας και της αμαρτίας του, έπεσε χάμω και δεν σήκωνε τα μάτια του να κοιτάξη ψηλά, διότι θεωρούσε τον εαυτό του σαν τον πιο τελευταίο άνθρωπο, τον πιο υπεύθυνο αμαρτωλό. Κι όμως αυτό το σκύψιμο, αυτό το ότι δεν τολμούσε να κοιτάξη ψηλά, όλα αυτά ήταν προσευχή, όλα αυτά συγκλόνιζαν τον θρόνο του θείου ελέους. Και κατέβηκε, λέει, ο τελώνης δεδικαιωμένος, ο δε Φαρισαίος καταδικασμένος. Η ταπείνωσις αυτή, το σκύψιμο κάτω με τα μάτια χαμηλά, η εντροπή που ένοιωθε, ο έλεγχος της συνειδήσεως που τον συνείχε, όλα αυτά συνετέλεσαν και κατέβηκε δεδικαιωμένος, δηλαδή συγχωρημένος από τον Θεό.
Το παράδειγμα ιδιαίτερα αυτού του τελώνου μας δίνει το δίδαγμα, μας φωτίζει το δρόμο, μας δίνει την ευκαιρία να σκεφθούμε, να δούμε πως ακούγεται η προσευχή του προσευχομένου. Ας ελέγξουμε λίγο τον εαυτό μας κι ας κάνουμε μία παρατήρησι, μία αυτοεξέτασι. Όταν προσευχηθήκαμε και το μυαλό μας, ο νους μας γύρισε όλο τον κόσμο και δεν καταλάβαμε καν τι είπαμε, νοιώσαμε καμμία αλλοίωσι μέσα μας; Νοιώσαμε ξηρασία σαν να μη κάναμε προσευχή. Αυτή είναι η απάντησις που πήραμε. Το γνωρίσαμε κι αυτό από την πράξι. Όταν όμως σαν τον τελώνη έτσι κι εμείς προσευχώμεθα, γονατισμένοι, με δάκρυα, με ταπείνωσι, με αυτογνωσία, να πιστεύουμε ότι οι προσευχές μας θα τύχουν απαντήσεως.
Η Άννα η Προφήτις, η μητέρα του Σαμουήλ του Προφήτου, ήταν στείρα, όπως γνωρίζουμε από τη Γραφή και δεν είχε παιδιά καθόλου. Η άλλη γυναίκα του ανδρός της είχε πολλά παιδιά. Σαν στείρα πονούσε κι επιθυμούσε κι αυτή να αποκτήση ένα παιδάκι. Ο πόνος αυτός της ψυχής την ωδήγησε στο ναό του Θεού να προσευχηθή. Γονατισμένη μέσα στο ναό γοερώς έκλαιγε και παρακαλούσε το Θεό. Από την πολλή της προσευχή κι από το πολύ δόσιμο στο Θεό, δεν καταλάβαινε τίποτα, τι γινόταν γύρω της, γιατί ήταν εξ ολοκλήρου δοσμένη ψυχή τε και σώματι στο αίτημα. τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι, η καρδιά της φλεγόταν και η φωνή της ανέκραζε γοερώς. Ο Ηλί ο ιερεύς ήταν μέσα στο ιερό, στα Άγια των Αγίων, καθώς και ο υπηρέτης. Λέγει ο υπηρέτης στον ιερέα του Θεού:
- Τί γίνεται μ’ αυτή τη μεθυσμένη έξω; Να τη βγάλουμε απ’ το ναό.
- Όχι, δεν θα τη βγάλουμε, διότι η ψυχή της είναι κατώδυνος, πονάει πάρα πολύ. Άφησέ την εκεί να εκχύση τον πόνο της ενώπιον του Θεού. Και γνωρίζουμε ότι αυτή η προσευχή της έφερε τον καρπό τον άγιο μέσα στην κοιλία της και εγέννησε τον μεγάλο Προφήτη Σαμουήλ.
Βλέπετε, τί προσευχές χρειάζονται για να πάρουμε απάντησι στα αιτήματά μας από τον Θεό και ιδιαίτερα, όταν αυτά είναι σοβαρά και δυσεπίλυτα; Πόσα προβλήματα μας απασχολούν, οικογενειακά, οικονομικά, προβλήματα σχετικά με τα παιδιά, για τα οποία όλοι οι γονείς έχουν τρομερή αγωνία σήμερα, εντός του δικαίου βέβαια. Διότι έξω από το σπίτι καιροφυλακτούν λύκοι και λέοντες να τα καταβροχθίσουν. Επομένως η αγωνία αυτών των ανθρώπων είναι πολύ μεγάλη, γιατί βλέπουμε πως ακριβώς ο σατανάς περιπλέκει τα παιδιά με το δίχτυ του, τα αγκιστρώνει και τα τραβάει έξω από τη θάλασσα και έτσι δημιουργείται όλη αυτή η σήψις και ο ψυχικός θάνατος των παιδιών. Όλα αυτά τα παιδιά θέλουν πολλή προσευχή.
Έχουμε βέβαια πολλά παραδείγματα μητέρων, που η προσευχή τους έσωσε τα παιδιά τους, όπως την Αγία Μόνικα. Όπως γνωρίζετε η Αγία Μόνικα ήταν η μητέρα του Ιερού Αυγουστίνου. Ο Ιερός Αυγουστίνος πριν γίνη «Ιερός», ήταν ο άσωτος Αυγουστίνος, ένας από τους πολύ μεγάλους αμαρτωλούς. Αλλά η αγία αυτή μητέρα δεν γονάτισε προ του μεγίστου κινδύνου, προ της μεγάλης απώλειας του παιδιού της. Δεν δειλίασε, που το έβλεπε στην ασωτεία να καταρρέη συνέχεια, αλλά το θάρρος της ήταν μεγάλο και η πίστις της μεγάλη. Αγωνιζόταν στην προσευχή. ανάλογα και τα δάκρυά της. Και ο πόνος της τον έφερε εις μετάνοιαν. Μετανόησε ο Ιερός Αυγουστίνος. Αλλά και όταν αργότερα έπεσε σε αίρεσι, έκανε άλλον αγώνα μεγάλο η μητέρα, για να τον επαναφέρη στην Ορθόδοξη πίστι. Έφτασε στα Μεδιόλανα και συνάντησε τον Άγιο Αμβρόσιο και έκλαιγε και θρηνούσε μπροστά του εκθέτοντας τα όσα το παιδί της είχε κάνει στη ζωή του. Βλέποντας ο άγιος τα δάκρυα, βλέποντας τον πόνο και την πίστι της, της είπε:
- Γύναι, αυτά τα δάκρυα που χύνεις, δεν θα μείνουν έτσι, θα φέρουν καρπό. Πίστευε ότι το παιδί σου θα αλλάξη. Και άλλαξε και έγινε ο Ιερός Αυγουστίνος, που εορτάζεται μεταξύ των Αγίων από την Εκκλησία μας.
Βλέπετε των μεγάλων μητέρων τα κατορθώματα! Δεν εδειλίασαν, δεν απελπίστηκαν, όταν έβλεπαν τα παιδιά τους να καταστρέφωνται. Ποτέ απελπισία. Η απελπισία είναι πάρα πολύ μεγάλο κακό. Γι’ αυτό πρέπει να ενισχύουμε τα παιδιά, να τους σπέρνουμε τον σπόρο της ευσεβείας και να μη χάνουμε το θάρρος μας, διότι ό,τι σπέρνουμε, δεν χάνεται. Εισέρχεται ο σπόρος στην ψυχή τους κι ας φαίνεται ότι τώρα, που είναι στη νεανική τους ηλικία, δεν δέχονται τίποτα, αντιλογούν, βγαίνουν προς τα έξω, δεν έρχονται στην εκκλησία και κάνουν ωρισμένα λάθη. Στο βάθος έχουν πίστι, στο βάθος έχουν ένα πάρα πολύ όμορφο άνθρωπο. Να ξέρετε ότι ο σπόρος αυτός θα βλαστήση. Θα έρθη καιρός που ο Θεός θα δώση ούριο άνεμο, θα βρέξη, θα ανατείλη ο ήλιος της δικαιοσύνης και τα παιδιά αυτά θα καρποφορήσουν καρπόν εκατονταπλασίονα. Αν ο Θεός το καλέση, όπως περιμένουμε να γίνη, και αξιωθούν του μαρτυρίου, τότε θα δήτε ότι τίποτα δεν χάθηκε. Διότι ο Χριστός μας σταυρώθηκε για όλον τον κόσμο και ιδιαίτερα για τα παιδιά, τα οποία στη σημερινή εποχή κινδυνεύουν άμεσα.
Και οι γονείς και η εκκλησία ολόκληρη και ιδιαίτερα εμείς οι πνευματικοί που βλέπουμε τα βαθύτερα του κάθε παιδιού και γνωρίζουμε το τι συμβαίνει, πρέπει να προσευχώμεθα. Να παρακαλούμε νύχτα μέρα και ιδιαίτερα για εκείνα τα παιδιά, που είναι γεννημένα στις αιρέσεις και για εκείνα, που τα έχουν καταστρέψει τα ναρκωτικά και γυρίζουν έρημα μέσα στους δρόμους, χωρίς καμμία σχετική προστασία, χωρίς κανένας να λαβαίνη πρόνοια γι’ αυτά. Όλοι έχουν ανάγκη από μια ανακούφισι κι από τον πόνο κι από την ασθένεια κι από τα προβλήματα τα ψυχολογικά, τα οποία είναι μία μόνιμη κατάστασι πλέον στο νεανικό κόσμο.
Εμείς οι χριστιανοί οι οποίοι γνωρίζουμε την αγάπη του Θεού, θα πρέπη να προσευχώμεθα για κάθε πλάσμα επάνω στη γη, για κάθε χαμένο, για κάθε πονεμένο άνθρωπο, για κάθε πονεμένη ψυχή, διότι τότε θα εκπληρώσουμε το χρέος μας απέναντι στον Θεό και τότε θα είμεθα πραγματικά παιδιά του Θεού. Και ο Θεός έτσι κάνει. Είναι απλωμένος σε όλον τον κόσμο, άσχετα αν οι άνθρωποι Τον βλασφημούν, αν ασεβούν, αν Τον έχουν ξεχάσει ή κι αν δεν Τον γνωρίζουν καθόλου. Η αγάπη μας πρέπει να απλωθή, να μην περιορίζεται μόνο στη δική μας οικογένεια ή στη διπλανή μας, αλλά σε όλον τον κόσμο. Οι άγιοι Πατέρες και για τα κτήνη ακόμη είχαν ευσπλαχνία και οικτιρμούς. Τα ελυπούντο και τα αγαπούσαν από την αγιότητα της ψυχής των.
Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν. Όταν δούμε πολέμους και σεισμούς και διάφορα γεγονότα, εγγύς το τέλος. Περιμένουμε πολλά να μας συμβούν σύμφωνα με τις προφητείες των αγίων, εις τους εσχάτους χρόνους θα συμβούν μεγάλα γεγονότα. Και ο λόγος του Θεού και των αγίων είναι αλήθεια. Το άθλημα, το οποίον περιμένουμε να δώσουμε είναι για την πίστι στην Θεανθρωπία του Ιησού, αφού βέβαια πιστεύουμε ότι ο Χριστός ήτο Θεός κι έγινε άνθρωπος κι ότι κατέβηκε στη γη, να δώση τη λύτρωσι και να διώξη το σκοτάδι της απιστίας και της αθεΐας. Κι εμείς σαν στρατιώτες του Χριστού μας, αφού αποτελούμε το στράτευμα του Χριστού, οφείλουμε να προετοιμαστούμε, να οπλισθούμε. Ένα κράτος, όταν αντιληφθή ότι κάποιο άλλο κράτος ετοιμάζει επίθεσι αρχίζει την προετοιμασία της άμυνας και της αντεπιθέσεως. Ούτω πως και εμείς. Και η προετοιμασία είναι γνωστή.
Να πιστεύουμε κατά πρώτον, ότι εάν έχουμε πίστι και ταπείνωσι θα ελκύσουμε την Χάρι κι αυτή τη μεγάλη δύναμι του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε. Ποτέ να μη πιστέψουμε και να τολμήσουμε να σκεφθούμε, ότι εμείς μόνοι μας έχουμε αυτή τη δύναμι. Θα λέμε: «Εγώ είμαι αδύναμος, είμαι ανίκανος, είμαι αμαρτωλός, είμαι τίποτα, είμαι μηδέν, είμαι ο πιο άχρηστος άνθρωπος». Μόνον η ταπείνωσις θα ελκύση τη δύναμι του Χριστού και θα νικήση. Διότι όπου ο Χριστός επιφοιτά με την υπερφυσική Του δύναμι, υπέρ φύσιν ποιεί πράγματα. Μη νομίσετε ότι με τις προσωπικές και τις ανθρώπινες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε οιανδήποτε ενέργεια και επέμβασι του διαβόλου και των συνεργατών του. Ποτέ. Ο άνθρωπος είναι ασθενικός, δεν έχει καμμία δύναμι να αντιμετωπίση όλα αυτά τα δεινά, παρά μόνο με τη δύναμι του Θεού. Να πιστέψουμε ότι, όταν ο Θεός μας καλέση σ’ αυτό το μαρτύριο, θα δώση «συν τω πειρασμώ και την έκβασιν» (Α’ Κορινθ. ι’ 13) κι ότι όταν εν ταπεινώσει δεχθούμε να δώσουμε αυτή τη μαρτυρία, θα πάρουμε τη Χάρι του Θεού, για να νικήσουμε τον πονηρό και να στεφανωθούμε.
Εν συνεχεία πρέπει να διορθώσουμε τη ζωή μας, να την κάνουμε ορθόδοξη από απόψεως αρετών και αγωνισμάτων, για να αισθανθούμε, να γευθούμε και να πιστέψουμε πραγματικά στον Θεό. Όταν πιστέψουμε ότι ο Χριστός εις τον καιρό των μαρτυρίων έκανε θαύματα στους αγίους και τους ενίσχυε στον αγώνα, θα νοιώσουμε την ύπαρξί Του μέσα μας ζωντανή, όπως την ένοιωσαν οι Μάρτυρες. Βλέπουμε στα μαρτύρια των αγίων, ότι και οι Μάρτυρες και οι Ασκηταί εδέχοντο επίσκεψι θεϊκή, μαρτυρική, οράματα θεία και επεμβάσεις Χάριτος, χωρίς οι γύρω τους να το αντιλαμβάνωνται, κι έτσι έπαιρναν δύναμι. Κι όλα αυτά τους βοηθούσαν και ξεπερνούσαν τη μαρτυρική δυσκολία και έτσι ετελειώνοντο εν Κυρίω. Ο Απόστολος Παύλος σε μία από τις Επιστολές του λέγει: «Δια πίστεως οι άγιοι πάντες κατηγωνίσαντο βασιλείας, ….επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, …» (Εβρ. ια’, 33-40) και τόσα άλλα έπαθον. Δια της πίστεως οι Μάρτυρες κατώρθωσαν όλα αυτά τα μεγάλα. αγωνίσθηκαν εναντίον βασιλέων, εναντίον τυράννων, εναντίον βασάνων, εναντίον του πυρός και τόσων άλλων δεινών και εθριάμβευσαν και εστεφανώθησαν και ηγίασαν.
Αλλά λέμε: Αφού τώρα δεν βλέπουμε αρετή, έχουμε βαθύ σκότος αμαρτίας και απιστίας και ιδιαίτερα στις χώρες αυτές, που μας κατακλύζουν όλες οι θρησκείες, όλες οι φυλές, όλα τα χρώματα, οι σατανιστές, που έχουν μεγάλη ισχύ, και τόσες άλλες δοξασίες και βλασφημίες και αιρέσεις, πώς θα αναδειχθούν σήμερα οι Άγιοι; Αφού έχει εκλείψει κάθε αρετή, αφού ασκητάς δεν έχουμε τώρα, όπως τα παληά χρόνια, που ηγίαζαν στας ερήμους, αφού η πίστις θα κλονισθή μέχρι τα θεμέλια, ποιοι θα είναι οι Άγιοι των τελευταίων χρόνων;
Και όμως οι Άγιοι δεν θα εκλείψουν μέχρι της συντελείας των αιώνων. Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία η Εκκλησία θα καρποφορή Αγίους. Και επειδή τα χρόνια αυτά θα είναι πολύ κοντινά και περιμένουμε να δώσουμε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία, οφείλουμε όλοι να προετοιμαζώμεθα και να ενισχύουμε συνεχώς και τα παιδιά μας, έστω και με τα λίγα, που γνωρίζουμε, και να τα τονώνουμε την Ορθόδοξη πίστι και στο μαρτύριο. Όποιος θα αξιωθή να δώση αυτή τη μαρτυρία της πίστεως τα επόμενα χρόνια, τα οποία θα είναι τα τελευταία και τα ένδοξα, αυτός ο Μάρτυς θα είναι δέκα φορές λαμπρότερος εις την Βασιλείαν των Ουρανών από τους προηγουμένους Μάρτυρας, που εορτάζει η Εκκλησία μας. Ας ελπίσουμε κι εμείς, με τη Χάρι του Κυρίου, ότι θα αξιωθούμε αυτής της μεγάλης τιμής του μαρτυρίου στους εσχάτους χρόνους. Αμήν. Γένοιτο.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Saturday, October 8, 2016
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Η καρδιά του ανθρώπου είναι το κέντρο των υπέρ φύσιν, των κατά φύσιν και των παρά φύσιν κινήσεων. Τα πάντα ξεκινούν από την καρδιά. Εάν η καρδιά του ανθρώπου καθαρισθή, βλέπομε τον Θεό. Πως όμως θα ιδούμε τον Θεό; Μήπως ο Θεός είναι ανθρωπόμορφος; Έχει σχήμα ανθρώπου; Όχι! Ο Θεός είναι αθεώρητος, ο Θεός είναι Πνεύμα. Δύναται όμως να βασιλεύση και στην καρδιά του ανθρώπου, όταν αυτή γίνη δεκτικό δοχείο. Για να γίνη δεκτικό δοχείο η καρδιά του ανθρώπου, πρέπει να γίνη καθαρή από λογισμούς ακάθαρτους. Για να καθαρισθή όμως η καρδιά, πρέπει να μπη σ’ αυτήν κάποιο φάρμακο. Το φάρμακο αυτό είναι η προσευχή. Όπου πηγαίνει ο βασιλεύς, διώκονται οι εχθροί, και όταν μπη στην καρδιά ο Χριστός, το όνομά Του το Άγιο, φυγαδεύονται των δαιμόνων οι φάλαγγες. Όταν ενθρονισθή μέσα καλά-καλά ο Χριστός, τότε υπακούουν τα πάντα. Όπως όταν ένας βασιλεύς κυριεύση ένα κράτος και πάη και ενθρονισθή στην πρωτεύουσα, τότε θα υποτάξη όλους τους επαναστάτες με τους στρατιώτες του. Δηλαδή θα καταδιώξη τους εχθρούς και θα καθησυχάση το κράτος από τις εσωτερικές ανωμαλίες και τότε θα επέλθη ειρήνη. Ο βασιλεύς κάθεται στο θρόνο του και βλέπει ότι όλα είναι υποτεταγμένα και υποτελή. Τότε χαίρεται και αγάλλεται βλέποντας ότι ο κόπος και η μάχη τελείωσαν και έφεραν την υπακοή και την ειρήνη και όλα τα επιτεύγματα.
Έτσι είναι και το κράτος της καρδιάς μας. Έχει μέσα εχθρούς, έχει επαναστάσεις, έχει λογισμούς, έχει πάθη και αδυναμίες, έχει τρικυμίες και ταραχές. Όλα στην καρδιά του ανθρώπου. Για να μπορέση αυτό το κράτος της καρδιάς να καθησυχάση και να υποταχθή, πρέπει να έρθη ο Χριστός, ο βασιλεύς, με τις στρατιές Του, να το κυριεύση και να διώξη τον εχθρό, τον διάβολο, να καθυποτάξη κάθε ανησυχία από πάθη και αδυναμίες, να βασιλεύση σαν αυτοκράτωρ, σαν παντοδύναμος. Τότε αυτή η κατάσταση κατά τους πατέρες λέγεται καρδιακή ησυχία, δηλαδή να βασιλεύη η προσευχή χωρίς να διακόπτεται, δημιουργώντας την καθαρότητα και την ήσυχη καρδιά. Οι τρόποι της προσευχής είναι πολλοί. Υπάρχει βέβαια ο προφορικός τρόπος, δηλαδή να λέμε την ευχή με το στόμα. Αυτός ο τρόπος είναι εκείνος, που πρέπει να μεταχειρισθούμε κατ’ αρχάς, όταν αρχίζουμε να εργαζόμαστε την ευχή, για να πετύχουμε τον τελικό σκοπό μας. Ο νους του ανθρώπου είναι αεικίνητος, κινείται πάντοτε, και επειδή κινείται όχι κατά φύσι, κατά χρήσι, αλλά κατά κατάχρησι και κατά αδιαφορία, γυρίζει όλο τον κόσμο και επαναπαύεται στις διάφορες ηδονές. Άλλοτε πάει στα σαρκικά και απολαμβάνει την ηδονή, άλλοτε στα άλλα πάθη και άλλοτε αδιάφορα χαζεύει εδώ και εκεί. Όπου και αν πάη, όπου και αν σταθή, έχει και κάποια ηδονή. Τώρα ο άνθρωπος ο οποίος έχει σκοπό να κερδίση το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσσαλ. 5,17 ) πρέπει να συμμαζέψη αυτόν τον σκορπισμένο νου τον αλήτη που γυρίζει όλα τα σοκάκια, ώστε να συμμορφωθή και να γίνη νοικοκύρης.
Για να τον μαζέψουμε όμως, πρέπει να του προσφέρουμε κάτι, να τον γλυκάνουμε, διότι, όπως είπαμε, ευχαριστείται και ηδονίζεται να γυρίζη εδώ και εκεί. Πρέπει να τον ελκύσωμε με κάτι το ηδονικό πάλι. Γι’ αυτό χρειάζεται κατ’ αρχάς να λέμε την προσευχή με το στόμα. Ο αρχάριος, που διδάσκεται την προσευχή, πρέπει να αρχίση με το στόμα να λέγη: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και να προσπαθή να τραβά το νου από τα κοσμικά. Η φωνή η οποία θα βγαίνη, ο ήχος της φωνής, θα ελκύη το νου, να προσέχη την ευχή, οπότε σιγά-σιγά θα συνηθίση να μαζεύεται από το σκορπισμό. Βέβαια και η προσπάθεια και η προσοχή και η προαίρεσι και ο σκοπός που επιδιώκουμε να κατορθώσουμε το αδιαλείπτως, μας βοηθούν στη συγκέντρωσι του νου. Λεγομένης ούτω της ευχής συν τω χρόνω, αρχίζει και δημιουργείται κάποια ευχαρίστησι, κάποια χαρά, μια ειρήνη, κάτι το πνευματικό, που δεν το είχαμε πριν. Αυτό σιγά-σιγά ελκύει το νου. Προχωρώντας η προφορική ευχή και ελκύοντας το νου προς τα έσω, αρχίζει και του δίνει και μια ελευθερία να λέγη και εκείνος την ευχή, χωρίς να λέγη το στόμα, αρχίζει δηλαδή να γίνεται κάποιος καρπός. Μετά, πότε με το στόμα, πότε με το νου, σιγά-σιγά η ευχή κυριεύει την ψυχή. Αδολεσχώντας κατόπιν ο νους με την ευχή, αρχίζει να μπαίνη και στη καρδιά, και εκεί που στέκεται ο άνθρωπος, θα βλέπη την καρδιά να λέγη την ευχή.
Ποιος είναι ο σκοπός που ήρθαμε εδώ; Δεν ήρθαμε να βρούμε το Θεό; Δεν ήρθαμε να βρούμε τη χάρι Του; Δεν ήρθαμε να βρούμε την ειρήνη; Δεν ήρθαμε να απαλλαγούμε από τα πάθη; Ε, λοιπόν, με αυτή τη προσευχή θα πραγματοποιηθούν όλα. Η ευχή θα δημιουργήση μία θέρμη μέσα στη ψυχή, μια φλόγα. Αφού η προσευχή θα γεννήση τη θέρμη, η θέρμη θα φέρη πιο πολλή προσευχή κ.ο.κ. Θα ιδήτε τότε, αφού γίνη αυτό το πράγμα, ότι καίγονται και αδυναμίες, καίγονται και λογισμοί, καίγονται και τα πάθη ολίγον κατ’ ολίγον, και καταλήγουμε στη καθαρότητα της καρδιάς, οπότε θα έρθη ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα και θα δημιουργήσουν μονή, κατοικία σ’ αυτήν. Λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ότι ο νους εύκολα μολύνεται και εύκολα καθαρίζεται. Η καρδιά δύσκολα καθαρίζεται και δύσκολα μολύνεται. Ο νους άμα παη στο κακό, αμέσως, εύκολα μολύνεται, η καρδιά όμως δεν έγινε αμέσως μέτοχος του μολυσμού. Όταν η καρδιά δημιουργήση κατάσταση πνευματική, ύστερα δε κάπως τη χάση και αρχίση ο νους να μολύνεται από διάφορα πράγματα, η καρδιά εύκολα δεν αλλάζει, διότι προηγουμένως είχε αλλοιωθή από τη χάρι και δύσκολα, σιγά-σιγά, προχωρεί το κακό. Γι’ αυτό χρειάζεται η προσευχή να μετασχηματίση την καρδιά, από σαρκική και εμπαθή και εγωϊστική, να την κάνη απαθή, να μην αισθάνεται πάθος. Όταν θα καθαρισθή το κέντρο, όλη η περιφέρεια και η ακτίνα θα γίνη καθαρή. Η προσευχή θα διώξη την απελπισία, την απόγνωσι, την αμέλεια, τη ραθυμία, διότι θα δημιουργήση νέα προαίρεσι, νέο πόθο για νέους αγώνες. Όταν λοιπόν αισθανθούμε αυτό το πράγμα, τότε θα εννοήσουμε ακριβώς τον καρπό της προσευχής, το σκοπό της προσευχής. Τότε θα καταλάβουμε ότι η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα στην καρδιά μας, «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστι» (Λουκ. 17,21 ).
Εκεί μέσα στην καρδιά, μ’ αυτό το σκάψιμο που θα κάνωμε με την ευχή εισπνέοντας και εκπνέοντας και προσπαθώντας να έχουμε το νου στην καρδιά με προσοχή, θα βρούμε τον μαργαρίτη τον κεκρυμμένο. Ποιος είναι ο μαργαρίτης; Είναι η χάρις του Αγίου Πνεύματος, την οποία χάρι πήραμε όταν βαπτισθήκαμε. Αλλά θες να πούμε η άγνοια, θες ότι προχωρήσαμε στα πάθη, κατεχώσθη η χάρις. Ο Γέρων Ιωσήφ ώρες ολόκληρες έκανε καρδιακή προσευχή. Όταν κουραζόταν, αδολεσχούσε σε θεωρίες, και πάλιν ύστερα στην καρδιακή προσευχή. Έφτανε 7-8 ώρες να κάνη προσευχή. Σιγά-σιγά ο άνθρωπος με την αδολεσχία σ΄αυτή την προσευχή, τελειοποιείται εσωτερικά. Η καρδιά συνέχεια καθαρίζεται και μετά αποκτά την καρδιακή ησυχία. Οι άγιοι πατέρες, αδολεσχώντας στην ευχή χρόνια πολλά, έφθασαν σε υψηλές καταστάσεις. Έρχονταν σε θεωρίες, σε εκστάσεις, έβγαιναν από τον εαυτόν τους, αρπάζονταν σε θεωρίες, όπως ο Απ. Παύλος: «είτε εν σώματι, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα» (Β΄ Κορ. 12,2 ) και άλλοι πολλοί άγιοι. Ο άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης, όταν ρωτήθηκε από τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναϊτη περί προσευχής, είπε: «Συγχώρεσέ με, πάτερ, εγώ είμαι πλανεμένος». «Άφησε αυτά τώρα, του είπε ο άγιος Γρηγόριος, και πες μου δια τον Κύριο, την αρετή σου. Πες μου, σε παρακαλώ, κρατείς τη νοερά προσευχή;». Τότε του είπε ο άγιος Μάξιμος πως προσευχόμενος στην Παναγία, για να του δώση την χάρι της νοεράς προσευχής, επί πολύν καιρόν, μια μέρα εξήλθε από την αγίαν εικόνα της Παναγίας μια θερμότητα, εισήλθε στην καρδιά του, και άρχισε από μέσα η καρδιά του να λέγη την ευχή. Του είπε κατόπιν πιεσθείς από τον άγιο Γρηγόριο, ότι καρπός της νοεράς προσευχής, ήτο η μεγάλη αγάπη προς το Θεό και η αρπαγή, του νου σε θεωρίες. Τούτο γίνεται τη επενεργεία του Άγίου Πνεύματος και άλλοτε τον οδηγεί σε αέρα άϋλο θείου φωτός ή ομιλία θεϊκή ή άλλη θεωρία ανεκδιήγητη.
Όλα πηγάζουν από την νοερά προσευχή. Προχωρώντας στην ευχή, θα βρούμε ελάφρυνσι από τα πάθη. Οι λογισμοί, οι κρυφοί λογισμοί, θα εξαφανισθούν συν τω χρόνω και η καρδιά μας θα γίνη άκακος παιδική καρδιά. Στην αρχή λοιπόν, όπως είπαμε, υπάρχει η δυσκολία, μέχρις ότου «μπη το νερό στο αυλάκι». Όπως π.χ. σε μια μηχανή χειροκίνητη χρειάζεται κόπος. Αν γίνη αυτή η μηχανή αυτόματη, τότε αποδίδει πολύ περισσότερο και γίνεται όλη η εργασία ακόπως. Ούτως, όταν η προσευχή με τον καιρό γίνη απόκτημά μας, τότε γίνεται ακόπως και θα αποδώση πολύ καρπό. Αδολεσχώντας στην προσευχή, να προσέχωμε να μην έχωμε παρρησία, να μην έχωμε υπερηφάνεια, διότι είναι πολύ μεγάλο εμπόδιο στην προσευχή, γι’ αυτό χρειάζεται πολλή αυτομεμψία, συνεχώς να κατηγορούμε τον εαυτό μας. Όπως όταν πηγαίνωμε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο, υπάρχουν σοκολάτες, πάστες, διάφορα γλυκίσματα, έτσι και στο πνευματικό ζαχαροπλαστείο βρίσκει πολλά και διάφορα πράγματα κανείς. Εμείς θα κάνωμε την προσευχή και ό,τι στείλει ο Θεός. Εμείς θα κάνωμε όλη αυτή την τυπικότητα, ο δε Θεός θα δώση την ουσία στην προσευχή. Όσο πιο ταπεινοί είμαστε, τόσο μεγαλύτερη είναι η χάρις κατά την προσευχή. Να προσέχωμε, επαναλαμβάνω, να μη σκεπτώμαστε απολύτως τίποτε κατά την ώρα της προσευχής. Εδώ είναι το επίκεντρο της προσευχής.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: όταν η ευχή λέγεται δι’ εισπνοής και εκπνοής συν τω χρόνω εκ των μυκτήρων εξέρχεται ευωδία πνευματική. Όντως έτσι είναι. Δια της προσευχής θα δημιουργηθή αήρ ευωδίας, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά καρπός προσευχής. Οφείλεται στο όνομα του Χριστού. Το όνομα του Χριστού τι δεν κάνει; Το όνομα του Χριστού αγιάζει τα τίμια δώρα. Με το όνομα του Χριστού έρχεται το Άγιον Πνεύμα. Με το όνομα του Χριστού οι άγιοι ανασταίνουν τους νεκρούς. Με το όνομα του Χριστού γίνονται όλα. Έλεγε ένας νηπτικός πατέρας ότι όταν βγη η ψυχή εκείνου, ο οποίος έχει την προσευχή αυτή, βγαίνοντας η ψυχή με την ευχή, πως είναι δυνατόν να σταθούν οι δαίμονες κοντά του; Θα είναι αυτή η ψυχή τεθωρακισμένη τρόπον τινά με την προσευχή και δεν θα δύνανται να προσεγγίσουν οι δαίμονες. Τόσο μεγάλη είναι πράγματι η ωφέλεια από την προσευχή αυτή. Σας έχω ειπεί νομίζω για κάποιον προσκυνητή, ο οποίος είχε μυηθή στη νοερά προσευχή. Και από την πολλή μελέτη και αυταπάρνησι και αμεριμνία, που είχε σαν άνθρωπος, που δεν ήταν πιασμένος με οικογένεια και με εργασίες και τόσα άλλα, έλεγε συνέχεια την ευχή και ένοιωθε πάρα πολλή αγάπη στο Χριστό. Είχε δηλαδή πραγματικά θείον έρωτα στην ψυχή του.
Είχε πολύ πόθο να πάη στον Πανάγιο Τάφο, εκεί, κατά κάποιο τρόπο νόμιζε ότι θα χόρταινε από την αγάπη, του αγαπωμένου, του φιλουμένου Χριστού. Πήγε λοιπόν κάτω στα Ιεροσόλυμα, πήγε στον τάφο του Χριστού, μπήκε μέσα να προσκυνήση. Ένοιωσε βέβαια έντονα συναισθήματα πνευματικής ερωτικής φύσεως. Σκεπτόταν λοιπόν ότι εδώ είχε ταφή Αυτός τον Οποίο λάτρευε, δηλαδή ο Ιησούς Χριστός, εδώ είναι το κενοτάφιόν του, κ.ο.κ. Προσκυνώντας τον Πανάγιο Τάφο, εκεί επάνω και ξεψύχησε! Όταν είδαν το γεγονός αυτό οι άλλοι είπαν: Για να ιδούμε τι να έκρυβε αυτός ο άνθρωπος στην καρδιά του! Του έκαναν νεκροτομή, άνοιξαν, έσχισαν την καρδιά του, έμειναν κατάπληκτοι. Μέσα στην καρδιά ήταν γραμμένες οι λέξεις: «Ιησού, γλυκειά μου αγάπη…».
Βλέπετε η ευχή πόσο πλούσιο τον είχε κάνει αυτόν τον άνθρωπο; Πόσο τον είχε πλουτίσει με τη θεία αγάπη; Σκεφθήτε τώρα με το θάνατό του που να βρέθηκε! Οπωσδήποτε οι άγγελοι πήραν την ψυχή του και την πήγαν στεφανηφόρο, λαμπροφόρο μπροστά στον θρόνο του Χριστού. Ο άγγελος που δίδασκε τον άγιο Παχώμιο έλεγε: «Πολλοί άνθρωποι γραμματισμένοι άφησαν και τις σπουδές και τα συγγράμματα και αδολέσχησαν στην προσευχή». Μόνον με τη νοερά προσευχή ο άνθρωπος φθάνει στην απάθεια. Ούτε από την πολλή μελέτη, ούτε με άλλους τρόπους δύναται να έλθη στην απάθεια. Ο προσευχόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μισήση και την αργολογία και την παρρησία κ.λ.π., για να μη χάση αυτή τη κατάστασι, που βρήκε στην προσευχή. Εύχομαι να σας δώση ο Θεός την αίσθησι της προσευχής και όταν έρθη η χάρις, τότε θα βρήτε με την πράξι και θα καταλάβετε αυτά που σας λέγω.
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης
Wednesday, March 9, 2016
Sunday, August 23, 2015
Η μεγάλη αρετή της νήψεως - Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης
Αγαπητά μου παιδιά,
Σήμερα θα πούμε ολίγα πράγματα για την μεγάλη αρετή της νήψεως.
Όπως θα γνωρίζετε, η νήψις είναι πατερικέ διδασκαλία, είναι βίωμα των μεγάλων νηπτικών
πατέρων της Εκκλησίας και δη της ερήμου. Η λέξις «νήψις» προέρχεται εκ του «νήφω» , που
σημαίνει αγρυπνώ, φρουρώ, επισκοπώ, παρατηρώ, επιβλέπω, παρακολουθώ. Αυτά όλα οι πατέρες
τα συνοψίζουν σε μια αδιάλειπτη προσοχή του νοός.
Η νήψις εικονίζεται με την αξίνα, η οποία καταρρίπτει τα μεγάλα δένδρα χτυπώντας την ρίζα τους.
Κι όταν χτυπηθή η ρίζα, δεν ξαναφυτρώνουν. Έτσι και όταν ο νους του ανθρώπου, του χριστιανού,
έχη την προσοχή αυτή της νήψεως, φρουρεί την καρδιά και τις πέντε αισθήσεις , τόσον τις
πνευματικές, όσον και τις πνευματικές, της ψυχής. Όταν ο νους νήφη, όταν προσέχη, όταν φρουρή
τα διανοήματα, τις σκέψεις, όταν ελέγχη την φαντασία ,τότε όλος ο άνθρωπος ψυχοσωματικά
διατηρείται καθαρός. Και όταν ο άνθρωπος δια της νήψεως και της εργασίας της πνευματικής
καθίσταται καθαρός, οι προσευχές του έχουν παρρησία προς τον Θεό, διασχίζουν τον αιθέρα,
ξεπερνούν τους αστέρας, διέρχονται τους ουρανούς και πλησιάζουν στον Θείο Θρόνο της Χάριτος, όπου δέχονται τις ευλογίες του Θεού. Και ο άνθρωπος προσευχόμενος ούτως, πλουτίζει την κατά Θεόν χάριν.
Μας λέγουν οι νηπτικοί πατέρες ότι ένας λογισμός μας ανεβάζει εις τον ουρανόν και ένας μας
κατεβάζει εις την κόλασιν. «Εν τοις λογισμοίς μας βελτιούμεθα ή αχρειούμεθα». Δηλαδή ένας
λογισμός, ο οποίος απρόσεκτα θα μας προσβάλη, , θα μας δηλητηριάση, θα μας ηδονίση, μπορεί να
μας καταστήση αξίους για την κόλασι. Ένας λογισμός θεϊκός, ένας λογισμός αυταπαρνήσεως, ένας λογισμός ανδρείας, ένας λογισμός προσευχής και θεωρίας, μας αξιώνει να πλησιάσουμε τον Θείο Θρόνο και να γευθούμε πράγματα ουράνια. Από τους λογισμούς ή θα γίνουμε ακάθαρτοι ή θα
γίνουμε καλύτεροι. Η αρχή των αμαρτημάτων ξεκινά από τους λογισμούς.
Οι λογισμοί πηγάζουν από τις πέντε αισθήσεις, τόσον τις πνευματικές όσον και τις σωματικές.
Όταν αφήσουμε την αίσθησι των οφθαλμών ανεξέλεγκτη και βλέπη ο,τιδήποτε απρόσεκτα, αυτή η απροσεξία θα γεννήση μια σωρεία από εικόνες βρώμικες και αμαρτωλές. Αυτές οι εικόνες αφού εισαχθούν στο φανταστικό, μετά στάζουν δηλητήριο αμαρτωλής ηδονής μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Αυτή η ηδονή είναι το δηλητήριο, με το οποίον δηλητηριάζεται η καρδιά και γίνεται
τότε ακάθαρτη και ένοχη μπρος στον ακοίμητον οφθαλμόν του Θεού.
Όπως η αίσθησις των οφθαλμών, έτσι είναι και της αφής, έτσι είναι και της γεύσεως, και της ακοής και της οσφρήσεως. Κι έτσι οι πέντε αισθήσεις δημιουργούν ανάλογες αμαρτωλές εικόνες, οι οποίες καθιστούν τον άνθρωπο ακάθαρτο ενώπιον του Θεού. Εδώ έγκειται όλη η φιλοσοφία του πνεύματος.
Όλα τα κηρύγματα είναι ωφέλιμα∙ γιατί όπως ακριβώς, όταν κλαδεύεται ένα δένδρο που είναι
αρρωστημένο, καθαρίζεται , έτσι και ο λόγος του Θεού βοηθεί στην μείωσι ενός πάθους. Η
διδασκαλία όμως των Πατέρων περί της νήψεως ενεργεί ριζικά την κάθαρσι από το πάθος. Όταν η
αξίνη, όταν ο πέλεκυς κτυπήση την ρίζα, όλο το δένδρο πίπτει κάτω, ξηραίνεται και απόλλυται.
Έτσι και όταν η νήψις πάρη θέσι στην ζωή του χριστιανού, ένα-ένα δένδρο εμπαθείας πίπτει ,
ξηραίνεται και έτσι συν τω χρόνω ο παλαιός άνθρωπος , ο άνθρωπος της αμαρτίας και της
εμπαθείας, ο χοϊκός Αδάμ ελευθερώνεται και γίνεται «καινός άνθρωπος». Γι’ αυτό η νηπτική
εργασία μας ελευθερώνει ριζικά από το κακό. Εδώ λοιπόν πρέπει να δώσουμε προσοχή στην ζωή
μας . Αν θέλουμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας, να φροντίσουμε να πλουτίσουμε τον νουν μας με την επιμέλεια της νήψεως.
Ένα μέρος της νήψεως είναι κ αι η νοερά προσευχή. Η θεωρία του Θεού είναι ένα άλλο μέρος .΄Ολα αυτά τα μέρη , όταν ενωθούν σε μια προσπάθεια του ανθρώπου, συν τω χρόνω φέρνουν την αγιότητα…
…Ο Ιερός Χρυσόστομος πολλά κεφάλαια έγραψε περί προσευχής και περί νήψεως. Και μεταξύ
άλλων λέγει κάτι πάρα πολύ όμορφο: «Η προσευχή , λέγει, είναι φωτισμός της ψυχής, αληθής επίγνωσις του Θεού, μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ιατρός των παθών, αντίδοτον εναντίον των νόσων, φάρμακον εναντίον κάθε αρρώστειας, γαλήνη της ψυχής ,οδηγός που φέρει εις τον ουρανόν , που δεν περιστρέφεται γύρω από την γη, αλλά που πορεύεται προς αυτήν την αψίδα, τον ουρανό. Υπερπηδά τα κτίσματα, διασχίζει νοερώς τον αέρα, πορεύεται πάνω από τον αέρα, διασχίζει το σύνολο των αστέρων, ανοίγει τας πύλας των ουρανών, ξεπερνά τους αγγέλους, υπερβαίνει τους Θρόνους και τις Κυριότητες, διαβαίνει τα Χερουβείμ και αφού διέλθη υπεράνω όλης της κτιστής φύσεως, έρχεται πλησίον αυτής της απροσίτου Τριάδος. Εκεί προσκυνεί την Θεότητα. Εκεί αξιώνεται να γίνη συνομιλητής με τον Ουράνιο Βασιλέα. Δι’ αυτής (της προσευχής) , η ψυχή, η οποία υψώθη μετέωρος εις τους ουρανούς, εναγκαλίζεται τον Κύριον κατά τρόπον ανέκφραστον, όπως ακριβώς το νήπιον εναγκαλίζεται την μητέρα του, και με δάκρυα φωνάζει δυνατά , επιθυμώντας να απολαύση του θείου γάλακτος. Ζητεί δε αυτά που πρέπει, και λαμβάνει δωρεάς ανωτέρας από όλην την ορατήν φύσιν…»
… Αυτή η προσοχή η πνευματική μας γίνεται φως και σαν φως φωτίζει τον δρόμο. Κι ένας δρόμος
φωτισμένος από την νήψι, είναι και ο δρόμος προς την ιερά εξομολόγησι. Τον φωτίζει η προσοχή,
που προτρέπει τον άνθρωπο να τακτοποιήση τον λογαριασμό του με τον Θεό. Και οδηγείται με την
φώτησι της νήψεως εις αυτό το μέγα μυστήριο κι εκεί εναποθέτει όλο το χρέος , όλη την ακαθαρσία
των αμαρτημάτων. Μπαίνει μέσα σ’ αυτό το λουτρό και βγαίνει ολοκάθαρος. Και λέγω ότι πρέπει να έχουμε πολλή χαρά στην ψυχή μας, όταν αξιωνόμεθα να φθάσουμε σ’ αυτό το λουτρό. Πρέπει να πανηγυρίζουμε και να ευχαριστούμε τον Κύριο που άφησε αυτό το λουτρό ,που άφησε αυτήν την εξουσία του «δεσμείν και λύειν». Όσα λύση ο πνευματικός ,τα λύνει κι ο Θεός. Όσα συγχωρεί ο εκπρόσωπος του Θεού, τα συγχωρεί και ο Κύριος.
Κι όταν εδώ κάτω κριθή ο άνθρωπος, δεν κρίνεται επάνω στο μεγάλο και φοβερό δικαστήριο .
Μεγάλη ευκαιρία, εάν φθάση ο άνθρωπος μέχρις εκεί. Γι’ αυτό όσοι έχετε αξιωθή αυτού του
λουτρού και συνεχώς το λέρωμα της ψυχής το καθαρίζετε με το λουτρό αυτό το νπευματικό του
θείου μυστηρίου, πρέπει να έχετε πάρα πολύ μεγάλη χαρά, διότι πάντοτε η θύρα του παραδείσου θα είναι ανοιχτή. Κι αν ο θάνατος ακολουθήση, ουδεμία ανησυχία. «Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην».
Όταν είναι έτοιμος ο άνθρωπος, δεν ταράσσεται εις το πλησίασμα του θανάτου. Ηξεύρει ότι δεν
μπορεί να είναι λάθος ο λόγος του Θεού, που έδωσε αυτήν την εξουσία. Το γνωρίζουμε σαν
μυστήριο της Εκκλησίας και το βλέπουμε στην πράξι και στην εφαρμογή. Όταν ο άνθρωπος κάνη
την ιεράν εξομολόγησιν με πόθο, με ταπείνωσι και με επίγνωσι, νοιώθει την ευτυχία μέσα στην
ψυχή του, την ελάφρωσι και την αγαλλίαση. Απόδειξις εναργής ότι οι αμαρτίες του έχουν
συγχωρηθή. Και όταν οι αμαρτίες συγχωρηθούν, τότε αίρεται κάθε φόβος ανησυχίας και
αβεβαιότητος δια την άλλη ζωή…
… Γι’ αυτό με πολύ πόθο, με πολλή αγάπη, με πολλή συναίσθησι να τρέχουμε, να καθαριζώμεθα,
να ετοιμαζώμεθα και όταν ακολουθήση ο θάνατος ,να φύγουμε ειρηνικά. Αμήν.
ΟΜΙΛΙΑ ΙΖ΄
Νήψις-Προσευχή – Εξομολόγησις
Από το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ
Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ» (ΟΜΙΛΙΑΙ) ΤΟΜΟΣ Α΄
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2005
Friday, May 8, 2015
Subscribe to:
Posts (Atom)






