Showing posts with label ευχή. Show all posts
Showing posts with label ευχή. Show all posts

Tuesday, December 8, 2020

Λέγε την ευχή: αγιάζει το στόμα, αγιάζει ο αέρας, αγιάζει ο τόπος που λέγεται.... (Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης)



Λέγε την ευχή: 
Aγιάζει το στόμα, αγιάζει ο αέρας, αγιάζει ο τόπος που λέγεται, Οι δαίμονες βάζουν χίλια εμπόδια δια να μην προσευχηθεί ο άνθρωπος, επειδή όλες οι παγίδες , όλα τα δίκτυα των δαιμόνων καταστρέφονται δια της προσευχής. 
 
Άπειρες φορές οι δαίμονες δια στόματος δαιμονισμένων ομολόγησαν ότι καίονται από την ενέργεια της ευχής. 
 
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης

Tuesday, July 14, 2020

Η Ευχή (Περί νοερᾶς προσευχῆς) - Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης



Εὐλογημένα μου παιδιά, σήμερα ὁ λόγος μας θὰ εἶναι καὶ πάλι γιὰ τὴν εὐλογημένη νοερὰ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μας.

Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ προσευχὴ αὐτή; Γιατί δὲν μοιάζει μὲ τὶς ἄλλες γνωστὲς προσευχὲς καὶ τὰ ὡραιότατα λατρευτικά, δοξαστικά, ἱκετευτικὰ καὶ ὑμνολογικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας; Διότι εἶναι ἡ πεμπτουσία ὅλων αὐτῶν τῶν προσευχῶν, σὲ μιὰ τελείως λιτὴ διατύπωση, εὔκολη, εὔχρηστη, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴ καὶ ἁγιαστική, ἀφοῦ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖται γίνεται ὄχι μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ βαπτισμένου ἀνθρώπου, ὅπου κατοικεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐκεῖ συγκεντρώνεται ὁ νοῦς, ἀπαρνούμενος τὸν κόσμο καὶ συγκεντρούμενος μέσα στὸ φυσικό του κατοικητήριο (τὴν καρδιὰ) καὶ ἐκεῖ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό, ἐπικαλούμενος νοερά, ἀφάνταστα, ἀσχημάτιστα, ἀχρωμάτιστα, ἀδιάλειπτα, τὸ πανίσχυρο καὶ ζωοπάροχο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν».

Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μας εἶναι ἁπλή, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μακροχρόνιο κόπο καὶ βία τοῦ ἑαυτοῦ μας. Διότι ἡ προσευχὴ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μόχθος καὶ κόπος ἀέναος, γιὰ νὰ ἀποσπάσουμε τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ τὰ μάταια καὶ νὰ στραφοῦμε ἀνυποχώρητα πρὸς τὰ οὐράνια. Ὁ Ἀββᾶς Εὐάγριος ἔγραψε, «προσευχὴ γὰρ ἐστὶν ἀπόθεσις νοημάτων».

Ἡ πιὸ δύσκολη ἀρετὴ εἶναι ἡ προσευχή, διότι αὐτὴν μάχεται καὶ ἐχθρεύεται ὁ μισόκαλος διάβολος, καὶ μετέρχεται τὰ πάντα μὲ ἀπίθανη πονηρία προκειμένου νὰ τὴν ἐμποδίσει, εἰδικὰ αὐτήν, τὴν νοερὰ καλουμένη προσευχή, καὶ ἔτσι νὰ ἀποτρέψει τὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ τὴν ἐγκάρδια συνομιλία τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μὲ τὸ Θεό.

Εἶναι τόσοι οἱ περισπασμοὶ τοῦ ἀνθρώπου, τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ἡ πολύμορφη ματαιολατρεία καὶ οἱ πειρασμοί, ὥστε δύσκολα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ στρέψει τὴν προσοχὴ του ἀπόλυτα καὶ νὰ ἑνώσει τὸ νοῦ μὲ τὴν καρδιά. Ὅσο ἁπλὸ φαίνεται καὶ εὔκολο, νὰ ὁδηγήσει ὁ προσευχόμενος τὸ νοῦ του στὴν καρδιά, τόσο καὶ οἱ προβαλλόμενες δυσκολίες ἐκ τοῦ πονηροῦ εἶναι προβληματικές, τουλάχιστον στὴν ἀρχὴ τῆς προσπάθειας. Χρειάζεται κόπος πολὺς καὶ ἀγώνας καὶ ἐπιμονὴ γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ νοῦς μέσα στὴν καρδιά.

Χρειάζεται ἀκόμη, μεγάλη προσοχή, νὰ γνωρίζουμε τὸν μηχανισμό της καὶ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε νὰ μὴν πέσει κανεὶς σὲ πλάνη καὶ φαντάζεται ὅτι προσεύχεται νοερῶς ἢ ἀκόμη ὅτι βλέπει ὁράματα, καὶ γίνει περίπαιγμα τῶν δαιμόνων. Πόση ἀνάγκη λοιπὸν ἔχει ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερὰ καὶ μὲ προαίρεσι ἀγαθή, ἀπὸ ἔμπειρον ὁδηγὸν στὰ τοιαῦτα! Ἀπὸ ἔλλειψη ὁδηγῶν, πολλοὶ πλανέθηκαν ἀπὸ πονηρία τῶν δαιμόνων καὶ ἔχασαν τὴν ψυχή τους.

Ἔτσι λοιπόν, ἡ προσευχὴ ποὺ ἀρχίζει ὡς θεληματικὴ ἐνέργεια καὶ ὡς βία κατὰ τῶν ματαίων ἐπιθυμιῶν μας, σιγὰ - σιγὰ γίνεται θεόσδοτο καὶ οὐράνιο δῶρο καὶ συνεχίζεται μέσα μας, σὰν μιὰ δεύτερη ἀναπνοή, νύχτα καὶ ἡμέρα, καὶ μᾶς φέρνει σὲ ἄμεση καὶ ἀδιάκοπη ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεό, καὶ ἡ ψυχή μας δέχεται τὴν ἀγαλλίαση τοῦ Θείου Πνεύματος, σὰν φώτιση, κάθαρση, ἁγιασμὸ καὶ ὅλες τὶς ἄλλες θεῖες δωρεές.

Ὅταν, λοιπόν, κατανοήσουμε ὅτι μὲ τὴ βάπτισή μας στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν καθαριστήκαμε μόνο ἀπὸ τὸν ρύπο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλὰ ταυτόχρονα δεχθήκαμε τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ πιστεύσομε εἰλικρινὰ ὅτι μέσα μας κατοικεῖ ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος, ὁ ἄπειρος καὶ ἀπερινόητος, τότε ἡ πίστις αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀντιληφθοῦμε καθαρὰ τὴν σημασία, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμη τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, καὶ τὸν λόγο, ποὺ ἐπιβάλλει τὴν συγκέντρωση τῆς προσοχῆς καὶ τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδιά.

Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων, «σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμεῖον σου...» δὲν ἀναφέρονται σὲ κανένα ὑλικὸ ταμεῖο, σὲ χῶρο ὑλικό, ἀλλὰ πνευματικό. Καὶ πνευματικὸ ταμεῖο τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ καρδιά. Ἡ καρδιὰ ἐπίσης εἶναι -κατὰ τοὺς Νηπτικοὺς Πατέρες- καὶ τόπος τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς τῆς ψυχῆς. Καὶ ὅταν ὁ νοῦς κατέβει στὴν καρδιὰ καὶ δὴ στὴν πνευματική, δὲν πρέπει νὰ μείνει σιωπηρὸς καὶ ἄπραγος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀσχολεῖται πάντοτε μὲ τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», χωρὶς διακοπή, πρᾶγμα, ποὺ τὸ κατορθώνει ἡ βία, κυρίως ὅμως τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ διάβολος πολὺ ἐνοχλεῖται μ' αὐτὸ τὸ θέμα. Δὲν θέλει ἐπ' οὐδενὶ λόγῳ νὰ λέγεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀντιστρατεύεται τρομερὰ ὅταν δεῖ ἄνθρωπο νὰ σκέπτεται ἢ νὰ ἀρχίζει νὰ προσεύχεται νοερά. Τὸ πανάγιο ὄνομα τοῦ Σωτῆρος τὸν κάνει ἀνάστατο, θηρίο.

Βλέπετε πὼς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πλᾶσμα του, τὸν ἄνθρωπο, εἶναι πολὺ μεγάλη. Ὁ Χριστὸς ἂν καὶ Θεός, ἐπτώχευσε, ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ πέρασε τόσα βάσανα γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή. Τὸ μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν περιγράφεται. Μιὰ στιγμὴ αὐτῆς τῆς ἐπουρανίου ζωῆς εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη καὶ ὡραιότερη, ἀπ' ὅλες τὶς χαρὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γι' αὐτὸ μὴ προσκολληθεῖ ἡ ψυχή μας σ' αὐτὸ τὸν μάταιο καὶ παροδικὸ κόσμο. Ἐδῶ ὅ,τι ἔχουμε, μιὰ μέρα θὰ τὸ χάσουμε. Γιατὶ δὲν μᾶς χρειάζεται ἐκεῖ. Θὰ πάρουμε μαζί μας μόνο τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὴν καθαρὴ ψυχή. Αὐτὰ θὰ γίνουν εἰσιτήριο γιὰ τὸ οὐράνιο ταξίδι. Ἂν εἴμαστε καθαροὶ θὰ συνοδεύσουν ἄγγελοι τὴν ψυχή μας στὸν ἄγνωστο αὐτὸ δρόμο ποὺ πρώτη φορὰ θὰ βαδίζει πηγαίνοντας νὰ προσκυνήσει τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἂν τότε βρεθοῦμε χρεωμένοι, ἄλλοιμονό μας, μᾶς ἁρπάζουν οἱ δαίμονες˙ δὲν ὑπάρχει φρικτώτερη ὥρα ἀπ' αὐτήν. Αὐτὰ νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, καὶ νὰ δοξάζουμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ Τὸν γνωρίσουμε καὶ νὰ Τὸν ἀγαποῦμε. Ὅ,τι θλίψεις περνᾶνε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐκεῖ θὰ μᾶς εἶναι ἀνακούφιση˙ θὰ εἶναι βραβεῖα τῆς ὑπομονῆς μας στὸν κόσμο αὐτό. Ὅποιος δὲν περάσει βάσανα σ' αὐτὸ τὸν κόσμο, δὲν σώζεται. Κάνετε λοιπὸν ὑπομονὴ μέχρι τέλους. «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται».

Ὁ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐνανθρωπήσας Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, εὔχομαι νὰ γεννηθῆ μέσα στὶς ψυχὲς ὅλων μας, γιὰ νὰ μᾶς ἐξαγιάζει καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὸν ἀγώνα τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, στὴν καταπολέμηση τῆς ἀμέλειας καὶ τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας, διὰ πρεσβειῶν τῆς Κεχαριτωμένης Παρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Ἀμήν.

Θαυμάσια καὶ σωτήρια ἡ φωτισμένη πεῖρα τῶν θεοφόρων Πατέρων μας, μᾶς βοηθᾶ, ὥστε εὔστοχα νὰ διδασκώμεθα τὸν τρόπο καὶ τὸν σκοπὸ τῆς νοερᾶς προσευχῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φθάνει ὁ καλῶς προσευχόμενος στὴ θεία ἐπαφὴ κατὰ τρόπο ἀνέκφραστο. Τόσο οἱ παλαιοὶ ἀσκητὲς Πατέρες, ὅσο καὶ οἱ τωρινοὶ Γέροντες, μᾶς λέγουν πῶς νὰ προσευχώμεθα: κάθησε σ' ἕνα τόπο παράμερο, ἥσυχο, μόνος μέσα στὸ κελλάκι σου καὶ ἐκεῖ μάζωξε τὸ νοῦ σου ἀπὸ κάθε πρόσκαιρο καὶ μάταιο πρᾶγμα. Πρωτίστως ὅμως, ὁ νοῦς, μὲ τὴν αἴσθησή του, νὰ ἔχει βρεῖ τὴν καρδιά, χωρὶς νὰ τὴν φαντάζεται, σκεπτόμενος ὅτι στὴν καρδιὰ βρίσκεται ἡ ἀόρατη χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος ποὺ ἐλάβαμε μὲ τὴν βάπτισή μας στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Στὴν ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ὑπάρξουν δυσκολίες, κυρίως ἀπὸ τὸν διάβολο, ἀλλ' αὐτὲς δὲν πρέπει νὰ σταθοῦν ἐμπόδιο διότι θὰ παραμερίσουν μὲ τὸ χρόνο καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει πολὺ νὰ προσέξουμε, εἶναι ἡ ἀμέλεια. Ὁ χαμένος χρόνος δὲν ξαναγυρίζει πλέον γιὰ νὰ ποῦμε τὶς χαμένες εὐχές. Τὸ πνευματικὸ κέρδος των δὲν τὸ ἔχουμε βάλει στὸ πνευματικὸ βαλάντιο. Αὐτὸ θὰ μᾶς συμβεῖ καὶ στὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας, ἂν δὲν ἀναλάβουμε ἀγώνα ἐπιμελημένο, νὰ βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας στὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἀποκλείοντας ἔτσι τὰ κακὰ τῆς ἀμέλειας.

Ὅταν νοιώθω τὴν εὐχὴ νὰ λέγεται τόσο ὄμορφα καὶ ἡ ψυχή μου νὰ ὁλοδροσίζεται θεοχαριτωμένα, τότε πιά, πέρα ὡς πέρα, ἀντιλαμβάνομαι τί μεγάλη ζημιὰ μοῦ ἔκανε ὁ λίβας τῆς καταστρεπτικῆς ἀμέλειας, καίγοντας καὶ μαραίνοντας τὸ ὁλόδροσο θεϊκὸ λουλούδι, τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Τρέμω ἀπὸ φόβο καὶ ἔλεγχο, γιὰ τὸ τί θὰ πῶ στὸ Θεό, μετὰ ἀπὸ τόσες γνώσεις περὶ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, ὅταν παρουσιάσω τόση ἀσυγχώρητη ἀμέλεια στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ μας.

Ἑκατομμύρια εὐχὲς ματαίωσε ὁ χρόνος τῆς ραθυμίας καὶ τῆς ἀμέλειας! Νὰ ἦταν αὐτὸ μόνο! Ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ πλαδαρὴ ζωὴ πόσα καὶ πόσα ἁμαρτήματα δὲν συσσωρεύουν, καὶ σὰν ἄλλο δυσβάστακτο φορτίο, φορτώνονται στοὺς ἀδύναμους ὤμους τῆς καχεκτικῆς ψυχῆς τοῦ ἀμελοῦς!
Τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἀνθρώπου γίνονται τεῖχος (κατὰ τοὺς Πατέρες) ἀνάμεσα ψυχῆς καὶ Θεοῦ καὶ ἐμποδίζουν ἔτσι τὸ θεῖο ἔλεος νὰ κατέλθει στὸν ἄνθρωπο. Τὸ μακάβριο αὐτὸ τεῖχος τῶν ἁμαρτιῶν πρέπει νὰ πέσει, γιὰ νὰ ἐπανασυνδεθεῖ ἡ ψυχή, μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα της. Καὶ πέφτει μόνο μὲ τὴν ἱερὴ δύναμη τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς μετάνοιας. Καὶ τότε, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ κατεβαίνει ὡς ἄλλη δρόσος Ἀερμών, σὰν ὁλοφώτεινος ἀνοιξιάτικος ἥλιος, καὶ πλημμυρίζει ἡ καρδιὰ τοῦ κεκαθαρμένου ἀνθρώπου ἀπὸ χάρι καὶ δάκρυα μετανοίας καὶ ἀνέκφραστης χαρᾶς. Καὶ ἂν διατηρήσει αὐτὴ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἐν προσοχῇ σὲ ὅλα, καὶ τὴν σμίξει μὲ τὴν ἐργασία τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, καὶ χωρίσει τὸν ἑαυτό του ἐν ἡσυχίᾳ, μονάζων «ὡς στρουθίον ἐπὶ δώματος», τότε ἄρχονται τὰ ὑψηλὰ τοῦ θείου ἐλέους. Ἐδῶ ἀφήνω τὸν ἡσυχαστικὸ φιλόσοφο, τὸν Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὰ ὑψηλὰ χαρίσματα τῆς μετανοίας καὶ τῆς εὐχῆς.

«Διὰ τῆς συνεχοῦς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, φεύγουν οἱ μάταιοι λογισμοί, ὁ νοῦς περιορίζεται εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῶν θείων νοημάτων, δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν παροῦσαν ζωήν, ἀλλὰ ἐκ τῆς μεγίστης ἡδονῆς τῆς συνεχοῦς μελέτης τοῦ θείου ὀνόματος, ὑψοῦται εἰς τὸν Θεόν. Λαμβάνει αἴσθησιν τῆς ἄλλης ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καὶ τὴν εἰς τοὺς δικαίους ἀποκειμένην ἐλπίδα, προγεύεται τὸ μεγαλεῖον ἐκείνης τῆς ζωῆς καὶ λέγει μετ' ἐκπλήξεως, «ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως καὶ φρονήσεως τοῦ ἀνεξιχνιάστου Θεοῦ». Διότι ἡτοίμασεν ἄλλον κόσμον τόσον θαυμαστὸν διὰ νὰ εἰσαγάγη εἰς αὐτὸν ὅλους τοὺς λογικοὺς καὶ φυλάξει αὐτοὺς εἰς τὴν ἀτελεύτητον ζωήν... Κάθε κόπος καὶ μόχθος καὶ πειρασμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν μακαρίαν ἐκείνην ζωήν. Καὶ μυρίας ζωὰς ἐὰν ἔχομεν, καὶ ὅλας ἐὰν τὰς ἐθυσιάζαμεν, δὲν ἐκάναμεν τίποτε τὸ σπουδαῖον ἐν σχέσει πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Δεσπότης Χριστός, διὰ τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ αἵματος ἐπιποθεῖ νὰ ἀποκαταστήση ἡμᾶς... Διὰ τοῦτο ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος λέγει «οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμῖν ἀποκαλυφθῆναι δόξαν». (Αὐτὸ ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ).

Τί πόθος ἱερός, τί ζῆλος ἀγαθὸς ποὺ γίνεται στὴν ψυχή, ἀκούγοντας τόσα ὡραῖα πνευματικὰ χαρίσματα περὶ οὐρανίας γεύσεως, ποὺ λαμβάνει ἐκεῖνος ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινά, ποὺ προσεύχεται συνεχῶς καὶ ἡσυχάζει. Ἂν θέλουμε καὶ ἡμεῖς νὰ γευθοῦμε μὲ αἴσθηση τὴν αἰώνια ζωή, τὸ Θεὸ μέσα μας, μὲ αἴσθηση καὶ ψηλάφηση, πρέπει νὰ ἀναλάβουμε βιαστικὸ ἀγώνα νήψεως ἐν πᾶσι. Νὰ ἀφήσουμε τὴν ἀμέλεια στὴν ἄκρη, καὶ νὰ πιάσουμε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ στὸ στόμα, στὸ νοῦ, ἀδιάλειπτα, προσέχοντας καὶ ἐπαγρυπνώντας σὲ ὅλα. Ἡ ἐπίγνωση τῆς μηδαμινότητάς μας νὰ κάμνει ἀνύστακτα τὴν παρουσία της σ' ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ νοῦ. Ἡ μνήμη τῆς θείας παρουσίας, πρέπει νὰ μᾶς συνέχει συνεχῶς.

Τί νοερὴ δροσιὰ ποὺ ἁπλώνεται στὴν ψυχή, καὶ τί ἀσφάλεια τῆς γίνεται, νοιώθοντας ὅτι ζῆ καὶ ὑπάρχει μέσα στὸ Θεὸ Πατέρα της καὶ αὐτὸς μέσα σ' αὐτήν! Τί μακαριώτερο νὰ ἀξιωθεῖ ὁ τιποτένιος ἄνθρωπος νὰ νοιώσει ζωντανὰ τὸ Θεὸ κατὰ χάριν καὶ μέθεξιν!

Εὐλογημένα μου παιδιά! Προσπαθῆστε νὰ αἰσθανθῆτε τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ Χριστὸς «ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ καὶ γέγονεν ἄνθρωπος» γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν Οὐράνια βασιλεία Του. Ἐχάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων τὸν ἐπίγειο Παράδεισο, ἀντ' αὐτοῦ ὅμως ὁ Χριστός, μᾶς χαρίζει τὸν οὐράνιο Παράδεισο.
Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης 

Monday, February 24, 2020

Κρατάτε την ευχή! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με! ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Ὁ Γέροντας δέν μᾶς ἔκανε πολλές διδασκαλίες ἤ διαλέξεις περί Νοερᾶς προσευχῆς. Ὄχι ὅτι δέν μποροῦσε, ἀφοῦ ἦταν πραγματικός ἐπιστήμων τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, διάδοχος καί συνεχιστής τῆς Νηπτικῆς παραδόσεως, ἀλλά ἐπειδή ἦταν ἐπιφυλακτικός, γιά νά μήν φουσκώσῃ τά μυαλά μας μέ φαντασίες καταστάσεων πού δέν εἴχαμε φθάσει.

Ὀλιγόλογες λακωνικές συμβουλές μᾶς ἔδινε κατά τήν διάρκεια τῶν νυκτερινῶν μας ἐξαγορεύσεων, ὑπό τήν μορφή ὑποδείξεων περισσσότερον, μά ἦσαν πάντα μεστές ὠφελείας.

Ἡ στάσις του ἦταν «προχώρα καί ἐγώ σέ παρακολουθῶ». Καί ὁ λόγος ἐγίνετο πρᾶξις. Μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντα κοπιάζαμε στήν προσευχή. Καί ἐρχόταν φορές νά κάνουμε τρεῖς, τέσσερις, πέντε ὧρες νοερά προσευχή, μέ σκυμμένο τό κεφάλι, καί τόν νοῦ κολλημένο μέσα στό βάθος τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς. Καμμιά φορά σήκωνα τό κεφάλι νά πάρω ἀέρα, ἀλλά ἡ γλυκύτητα μέ τραβοῦσε πάλι μέσα στήν καρδιά! Ἡ ψυχή εἶχε γευθῆ καί ἔλεγε:
«Μή ζητᾶς τίποτε ἄλλο, αὐτό εἶναι. Αὐτός εἶναι ὁ πολύτιμος οὐράνιος θησαυρός. Ἀπόλαυσέ τον!»

Ἀλήθεια! Πολλές φορές οἱ προσευχές τοῦ Γέροντός μου μέ βοήθησαν νά ἀποκτήσω πνευματική αἴσθησι τῆς θείας Παρουσίας. Ἀλλά ἐμεῖς οἱ νεώτεροι ἦταν ἀδύνατον νά φθάσουμε τίς πνευματικές πτήσεις τοῦ ὑψιπέτου Γέροντος Ἰωσήφ.

Τό πρῶτο πού ζητοῦσε ὁ Γέροντας, μόλις κάποιος ἀδελφός προσετίθετο στή συνοδεία μας, σάν πρώτη νουθεσία, σάν πρώτη βία ἦταν: ἡ σιωπή καί ἡ εὐχή.
Παιδί μου, τήν εὐχή. Θέλω νά σ᾿ ἀκούω νά λές τήν εὐχή καί ὄχι νά ἀργολογῇς.

Ἤξερε αὐτός ὁ ἐμπειρότατος καθηγητής τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, ὅτι ἐάν ὁ ἀρχάριος σιωπήσῃ καί ἀδολεσχήσῃ στήν εὐχή, θά βάλῃ καλή ἀρχή καί θά ἔχῃ πλούσιες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ στό μέλλον, διότι, τόνιζε:
«Ὀφείλει ὁ μοναχός εἴτε τρώει εἴτε πίνει εἴτε κάθεται εἴτε διακονεῖ εἴτε περπατεῖ εἴτε κάνει ὅ,τιδήποτε νά φωνάζῃ ἀδιαλείπτως τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἔτσι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κατερχόμενο στό βάθος τῆς καρδιᾶς, θά ταπεινώσῃ τόν δράκοντα, θά σώσῃ καί θά ζωοποιήσῃ τήν ψυχή. Νά ἐπιμένῃς, λοιπόν, ἀδιάλειπτα στήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γιά νά καταπιῇ ἡ καρδιά τόν Κύριο καί ὁ Κύριος τήν καρδιά καί νά γίνουν τά δύο ἕνα».

Καί ὁ Γέροντας συνεχῶς μᾶς παρακολουθοῦσε στό νά βιώνουμε τήν σιωπή μέ τήν προσευχή. Καί γι᾿ αὐτό μᾶς ἔλεγε:
Ἀπό ἐσᾶς δέν θέλω τίποτε. Ἐγώ θά μαγειρεύω, ἐγώ θά σᾶς διακονῶ. Ἀπό σᾶς θέλω μόνο μέρα-νύχτα σιωπή, εὐχή, μετάνοια καί κυρίως δάκρυα. Τίποτε ἄλλο δέν θέλω, μόνο βία στήν προσευχή καί δάκρυα μέρα-νύχτα. Διότι, ὅταν ἐρχώμεθα ἀπό τόν κόσμο, ὁ νοῦς μας εἶναι πολύ φορτωμένος ἀπό πάθη, προλήψεις, σκέψεις, λογισμούς. Διαστροφές καί τόνους ἐγωϊσμοῦ καί κενοδοξίας. Ὅλος αὐτός ὁ κόσμος τῶν παθῶν ἔχει καί τούς ἀνάλογους λογισμούς καί φαντασίες. Ἐάν προσπαθήσουμε νά κρατήσουμε τόν νοῦ ἀποσπασμένο καί τραβηγμένο ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, γιά νά προσευχηθοῦμε, δέν μποροῦμε νά τό κατορθώσουμε. Γιατί; Διότι εἴμαστε ψυχικά ἀδύναμοι καί ὁ μετεωρισμός πολύ εὔκολος. Καί ἐφ᾿ ὅσον δέν μποροῦμε νοερά νά κρατήσουμε τήν προσευχή, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν παράδοσι τῶν Γερόντων μας καί γιά λόγους ὑπακοῆς, προσπαθοῦμε νά λέμε τήν εὐχή προφορικά, γιά νά μπορέσουμε ἔτσι μέ τήν φωνή τῆς προσευχῆς νά ἀποσπάσουμε τόν νοῦ ἀπό τόν μετεωρισμό, ὥστε σιγά-σιγά ἡ εὐχή νά γλυκάνῃ τόν νοῦ καί νά τόν ἀποσπάσῃ ἀπό τήν κοσμική τροφή, κι᾿ ἔτσι σιγά -σιγά νά τόν κλείσῃ μέσα στήν καρδιά ἐπικαλούμενος ἀδιαλείπτως τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Σ᾿ αὐτό θά βοηθήσῃ πολύ τό σταμάτημα τῆς ἀργολογίας, γιά νά καλύπτεται ὅλος ὁ χρόνος μέ προσευχή».

Ἐπίσης μᾶς ἔλεγε:
«Μόλις ἀνοίξετε τά μάτια, ἀμέσως τήν εὐχή. Μήν ἀφήσετε τό μυαλό σας νά πετάῃ ἐδῶ καί κεῖ καί χάνετε τήν ὧρα σας, πού εἶναι πολύτιμη γιά τήν εὐχή. Ὅταν ἔτσι βιάσετε τόν ἑαυτό σας, θά σας βοηθήσῃ κι᾿ ὁ Θεός νά γίνῃ μία ἁγία συνήθεια μέ τό ἄνοιγμα τῶν ματιῶν, ἡ προσευχή νά παίρνη τήν πρώτη θέσι γιά ὅλη τήν ἡμέρα. Στήν συνέχεια θά ἐργάζεσθε καί θά λέτε τήν εὐχή. Εὐλογεῖται ἡ ἐργασία, ἁγιάζεται τό στόμα, ἡ γλῶσσα, ἡ καρδιά, ὁ χῶρος, ὁ χρόνος καί ὅλος ὁ ἄνθρωπος, πού προφέρει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μοναχός πού λέει ἀδιαλείπτως τήν εὐχούλα, ὁπλίζεται μέ τέτοια θεϊκή δύναμι, πού καθίσταται ἀπρόσβλητος ἀπό τούς δαίμονες, ἀφοῦ αὐτή τούς καίει καί τούς μαστιγώνει».

Λέγοντας τήν εὐχή ὅλη τήν ἡμέρα μέ τό στόμα εἶχε τόση χαρά ἡ ψυχή μας, τόση κατάνυξι καί τόσα δάκρυα, πού δέν περιγράφονται. Πολλές φορές δέ ἐρχόνταν τόση Χάρις ἀπό τήν προφορική εὐχή, πού ἔνοιωθε μέσα του ὁ εὐχόμενος τόση θεία ἀγάπη, πού ἀκόμα καί ὁ νοῦς του μποροῦσε νά ἁρπαγῇ σέ θεωρία. Κι᾿ αὐτό ἐπιβεβαιωνόταν καί στό διακόνημα ἀκόμη, πού κατά ἀνερμήνευτον τρόπο, ὁ νοῦς δέν ἦταν ἁπλῶς στήν προσευχή, ἀλλά στή θεωρία τοῦ Θεοῦ, στή θεωρία –ἐν αἰσθήσει– τοῦ ἄλλου κόσμου.

Ἁρπαζόταν ὁ νοῦς ἀκόμα καί ὅταν βοηθοῦσα τόν Γέροντα, γιά νά πᾶμε στήν ἐκκλησία τήν νύχτα. Μέ τό σῶμα βοηθοῦσα τόν Γέροντα, ἀλλά μέ τόν νοῦ μου δέν ἤμουν κοντά του. Ὁ νοῦς μου ἦταν ἀλλοῦ. Περιπολοῦσε στά οὐράνια. Καί πάλι συνερχόμουν καί ἔνοιωθα ὅτι βρισκόμουν κοντά στόν Γέροντα καί τόν παπποῦ Ἀρσένιο. Καί στή συνέχεια ξανά ἔφευγα, καί νοερῶς θαυμάζοντας ἔλεγα:
«Τί εἶναι ἡ πνευματική ζωή!

Τί μεγαλεῖο εἶναι ὁ Μοναχισμός!

Πῶς μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο;

Πῶς τόν μεταποιεῖ;

Πῶς τόν ἀλλάζει;

Πῶς καθιστᾶ τόν νοῦ του τόσο ἐλαφρύ πνευματικά ὥστε νά ξεπερνᾶ ὅλες τίς δυσκολίες καί νά φθάνῃ μέχρις ἐκεῖ, πού δέν μπορεῖ νά ἐκφράσῃ μέ λόγια!»

Ὅποια ἐργασία κι᾿ ἄν κάναμε, μᾶς φώναζε ὁ Γέροντας:
«Παιδιά νά λέτε τήν εὐχή, νά τήν φωνάζετε!»

Φυσικά, δέν ἐννοοῦσε νά οὐρλιάζουμε, ἀλλά νά τήν λέμε μέ ἔντασι καρδιᾶς καί νά μήν τήν σταματᾶμε καθόλου. Πράγματι, λέγαμε τήν εὐχή ἀκατάπαυστα, ἁπλά, ψιθυριστά, γιά νά μήν γίνεται θόρυβος καί γιά νά μήν ἐνοχλοῦμε τόν πλησίον ἀδελφό. Ἀλλά δέν τήν σταματούσαμε καθόλου, βράχνιαζε ὁ λάρυγγας καί πονοῦσε ἡ γλῶσσα, ἀλλά ἡ εὐχή, εὐχή.

Ἐπειδή, λοιπόν, ἀγωνιζόμασταν προφορικά μέ τήν εὐχούλα, μᾶς ἀποκαλοῦσαν κενόδοξους καί πλανεμένους. Μά, ἐμεῖς δέν τό κάναμε γιά νά μᾶς ἀκοῦν οἱ ἄλλοι καί νά μᾶς ἐπαινοῦν. Δέν τό κάναμε γιά νά δείχνουμε ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς. Ὄχι!!! Ἀλλά διότι αὐτός ἦταν ἕνας τρόπος ἀγωνιστικότητας καί μία μέθοδος προσευχῆς μέ πολλά ἀποτελέσματα:
Πρῶτον, μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἁγιάζεται ἡ ἀτμόσφαιρα καί φυγαδεύονται τά δαιμόνια.

Δεύτερον, ὅταν προσεύχεται κανείς ὁ ἄλλος εὔκολα δέν τόν πλησιάζει νά ἀργολογήσῃ. Τό σκέπτεται. «Πῶς νά τόν σταματήσω τώρα, ἀπό τήν προσευχή καί νά καθίσω νά τοῦ πῶ: Ξέρεις! Ἐκεῖνο, τό ἄλλο, τό παράλλο. Δέν θά μοῦ δώσῃ σημασία». Τρίτον, σταματάει τόν μετεωρισμό, δηλαδή τήν “ἀργολογία” τοῦ νοῦ. Διότι κι᾿ ἐάν ἀκόμα ὁ νοῦς ξεφύγη, πολύ σύντομα ὁ ἦχος τῆς φωνῆς τόν ἐπαναφέρει πίσω.

Τέταρτον, μπορεῖ ὁ ἀδελφός, ὁ ὁποῖος ρεμβάζει ἤ ἀργολογεῖ, νά ἀνανήψῃ καί νά πῇ: «Μά ὁ ἀδελφός μου προσεύχεται, ἐγώ τί κάνω;»

Κι᾿ ἔτσι ἡ προφορική ἐπίκλησις, ἡ ἤσυχη, ἡ ἤρεμη, ἡ χαμηλόφωνη, φέρνει τόσα καλά! Καί ἀκούγεται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀκούγεται ὁ βόμβος τῶν μελισσῶν, ὅταν μπαίνουν καί βγαίνουν ἀπό τήν κυψέλη κάνοντας τό μέλι, τόσο χρήσιμο καί ὠφέλιμο. Οὕτω πως καί τό μέλι τό τόσο πνευματικό σέ ὠφέλεια, γίνεται ὅταν φωνάζουμε, σάν ἄλλες πνευματικές μέλισσες τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Κύριος, πού δίνει «εὐχήν τῷ εὐχομένῳ,» βλέποντας τήν καλή προαίρεσι τοῦ ἀνθρώπου, δίνει κατόπιν καί τά βραβεῖα.

Καί μετά, ἀπό τήν προφορική ἐπίκλησι, ἡ εὐχή γίνεται ἐσωτερική. Ἀνοίγεται δρόμος μέσα στόν νοῦ καί τήν λέγει κατόπιν ὁ εὐχόμενος, χωρίς νά κάνῃ προσπάθεια. Σηκώνεται ἀπό τόν ὕπνο καί ἀμέσως ἀρxίζει ἡ εὐχή μόνη της!

Πρῶτα ἀρχίζει μέ τήν προσπάθεια νά τήν λέῃ προφορικά. Καί ἀφοῦ μέ τήν μπουλντόζα τῆς προφορικῆς ἐπίκλησης ἀνοίξῃ ὁ δρόμος, μετά περπατᾷ ἄνετα μέ τό αὐτοκινητάκι τοῦ νοῦ. Ἡ προφορική ἐπίκλησις ἀνοίγει τόν δρόμο στό νοῦ καί ἡ εὐχή ἀρχίζει κατόπιν νά προφέρεται μέ τόν ἐνδιάθετο λόγο ἄνετα.

Κι᾿ ἄν ἡ εὐχή προχωρῇ βαθύτερα καί προοδευτικότερα, κάτι πού ἀνήκει στούς κατ᾿ ἐξοχήν μεγάλους νηπτικούς Πατέρες, ἀνοίγει πλέον ὄχι δρόμος ἀλλά κανονική λεωφόρος μέσα στήν καρδιά. Ὅταν ἡ καρδιά μελετᾶ τό ὄνομα τοῦ Χριστῦ, τότε γίνεται τό μεγάλο πανηγύρι, μέ μεγάλα ὀφέλη, μέ μεγάλα πνευματικά πλούτη. Τότε βρίσκει ὁ μοναχός τόν κεκρυμμένο μαργαρίτη, τόν πνευματικό θησαυρό καί μοιάζει μέ τόν σοφό ἔμπορο πού ἀντάλλαξε τά πάντα: περιουσίες, μόρφωσι, κοσμική δόξα, οἰκείους, πατρίδα καί τέλος ἀκόμα καί τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, γιά νά ἀγοράσῃ αὐτόν τόν κεκρύμμένο πολύτιμο μαργαρίτη καί νά γίνῃ πάμπλουτος πνευματικά. Ἀλλά ξεκινάει ἀπό μικροπωλητής. Γι᾿ αὐτό χρειάζεται ἡ προφορική ἐπίκλησις τῆς εὐχῆς.

Ἄμα δέν ἐπιμέναμε στήν προφορική εὐχή καί τήν σιωπή, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Γέροντος, ὁ νοῦς μας θά γύριζε ὅλα τά σοκάκια καί θά ἔφερνε ὅλα τά σκουπίδια τῆς φαντασίας στήν καρδιά.

Ἄν δέν μᾶς ἔφερνε ὁ γλυκύτατος Θεός μας σ᾿ αὐτόν τόν μεγάλο Γέροντα, μόνο ἀκολουθίες θά διάβάζαμε. Καί ναί μέν οἱ ἀκολουθίες εἶναι ἐξαιρετικά ὠφέλιμες γιά τήν πνευματική ἀσθένειά μας, ἀλλά δέν ἔχουν τήν δύναμι νά κατευνάσουν τά πάθη, ὅπως ἡ Νοερά προσευχή. Κι᾿ αὐτό γιά τρεῖς λόγους:
Πρῶτον, διότι μέ τήν Νοερά προσευχή ὁ νοῦς δέν περισπᾶται σέ πολλά λόγια ὅπως στίς ἀκολουθίες, ἀλλά συγκεντρώνεται μόνο σέ λίγες λέξεις. Ἔτσι ὁ νοῦς ἀπορροφᾶ τήν εὐχή μέ περισσότερη ἄνεσι καί εἰσέρχεται μαζί της μέσα στό βάθος τῆς καρδιᾶς.

Δεύτερον, διότι τήν εὐχούλα ὁ καθένας, ἀνεξαρτήτως μορφώσεως καί πνευματικοῦ ἐπιπέδου, μπορεῖ νά τήν λέγῃ. Οὔτε γράμματα χρειάζεται νά ξέρῃς οὔτε τό τυπικό οὔτε μουσική. Ἔτσι εἶναι ἄμεσα προσπελάσιμη σ᾿ ὅλους.

Καί τρίτον, διότι τήν εὐχή μπορεῖς νά τήν λές ὅλη μέρα καί ὁπουδήποτε. Δέν ὑπάρχει τόπος, χρόνος ἤ κατάστασις, κατά τήν ὁποία δέν μπορεῖς νά προσευχηθῇς. Μά στήν ἐκκλησία εἶσαι, μά στό κελλί σου εἶσαι, μά στήν δουλειά εἶσαι, μά στόν δρόμο εἶσαι, μά στό νοσοκομεῖο εἶσαι, μά στήν φυλακή, ἡ εὐχούλα ἀπό τίποτα δέν ἐμποδίζεται, τά πάντα ἁγιάζει καί τά δαιμόνια τήν φοβοῦνται.

Συνέβη τό ἀκόλουθο γεγονός πού ἐνίσχυσε μέσα μου τήν πίστι στήν δύναμι καί τήν ἀξία τῆς προφορικῆς εὐχῆς.

Κάποτε ἦρθε κοντά μας ἕνας δαιμονισμένος. Καθώς δουλεύαμε μαζί, τόν δίδαξα νά λέῃ τήν εὐχούλα προφορικά, κυρίως γιά νά ἀποφύγω τήν ἀργολογία. Πράγματι ἄρχισε ὁ ἀσθενής νά λέῃ τήν εὐχούλα. Καί πάνω πού ἄρχισε νά τήν λέῃ τόν ἔπιασε τό δαιμόνιο καί φώναζε:
-Πήγαινε στόν Ἑσπερινό, ἄσε τό κομποσχοίνιιιιι!

Ὁ ἴδιος ὁ δαίμονας, δηλαδή, φανέρωσε πώς μέ τήν εὐχούλα μιλοῦμε δυναμικά μέ τόν Θεό. Βέβαια, κανείς δέν πρέπει νά πολυδίνῃ σημασία στά λόγια τῶν δαιμόνων, καί τοῦτο διότι οἱ δαίμονες εἶναι ψεῦτες καί ἀνθρωποκτόνοι καί σπανίως λένε κάποια ἀλήθεια, ἀναμεμιγμένη μέ τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτη. Ἔτσι ἔγινε φανερό πώς τά δαιμόνια δέν συμπαθοῦν καθόλου νά προφέρεται μέ ζέσι καρδιᾶς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας.

Εἶναι γεγονός πώς ἡ ἡσυχαστική ζωή, πού περιστρέφεται γύρω ἀπό τήν Νοερά προσευχή, εἶναι ὁ πιό εὐλογημένος τρόπος ζωῆς. Γιά τούς ἡσυχαστάς τό κομποσχοίνι μέ τήν εὐχούλα εἶναι πολύ πιό ἀποτελεσματική ὡς πρός τήν ὠφέλειά της ἀπό τήν ψαλτική τῆς ἐκκλησίας. Τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες πού τίς θέσπισαν καί τίς νομοθέτησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, γιά τήν κοινή λάτρεία, δέν τίς παραβλέπουν, ἀλλά τίς κάνουν μέ κομποσχοίνι μέσα στίς πολύωρες ἀγρυπνίες τους.

Ὁ Γέροντάς μου ἐπέμενε στήν προφορική εὐχή. Δέν τήν σταματούσαμε καθόλου. Ἐγώ, μιᾶς καί συνήθως δέν ἦταν κανείς κοντά μου, φώναζα τήν προσευχή. Καί τήν ἔλεγα συνέχεια ὥσπου ὁ λαιμός μου πονοῦσε. Τοῦ λέω:
Γέροντα, ἀπό τήν εὐχή, πονάει τό στόμα μου, ἡ γλῶσσα μου, ἔκλεισε ὁ λάρυγγάς μου εἶναι σάν πληγή.

Ἄς πληγώσῃ! Δέν παθαίνεις τίποτα. Ὑπομονή! Μήν τήν σταματᾶς καθόλου! Λέγε την. Ὁ πόνος θά φέρῃ τήν πνευματική ἡδονή.

Ἄν δέν πονέσῃς καρπό προσευχῆς δέν θά δῇς. Αὐτή θά σέ βοηθήσῃ. Θά σέ παρηγορήσῃ. Θά σέ διδάξῃ. Θά σοῦ γίνῃ φῶς. Θά σέ σώσῃ. «Κρᾶξον καί βόησον» τήν εὐχή. Μέ προσευχή, νῆψι καί προσοχή ἀσφάλιζε τόν νοῦ σου. Ἡ διάνοια σου ὄχι πρός τά ἔξω, ἀλλά πρός τά μέσα. Ὄχι λόγια, συμβουλές καί κηρύγματα, ἀλλά πολύ-πολύ ταπεινά καί μέ δάκρυα τήν προσευχή. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία, αὐτή εἶναι ἡ Πατερική ὁδός, αὐτή εἶναι τῶν παπούδων σας ἡ παραγγελία καί ἡ νουθεσία. Δές την μέ τήν πρᾶξι. Γιατί ἄν δέν ἔχῃς πρᾶξι, πῶς θά μιλήσῃς γιά οὐράνια θεωρία;

Νά 'ναι εὐλογημένο. Ἀλλά μέ τήν εἰσπνοή καί ἐκπνοή πονάει ἡ καρδιά μου.

Δέν παθαίνεις τίποτε!

Ὅταν ἔλεγα τήν εὐχή καί προσπαθοῦσα νά ἀποκλείσω κάθε σκέψι καί κάθε εἰκόνα καί νά ἐπικρατήσῃ μόνον ἡ εὐχή μέσα μου, μοῦ ἔλεγε, ὁ πειρασμός μέσω τῶν λογισμῶν, ὅτι «θά σκάσῃς τώρα»! Καί ἐγώ ἀπαντοῦσα:
«Ἄς σκάσω κι᾿ ἄς πλαντάξω. Ἐδῶ θά μάχωμαι μέχρι πού νά πεθάνω».

Ὅλη τή μέρα μᾶς ὑπενθύμιζε ὁ Γέροντας:
«Κρατᾶτε τήν εὐχή! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Αὐτή θά σᾶς σώσῃ. Τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά φωτίσῃ τόν νοῦ σας, θά σᾶς δυναμώσῃ ψυχικά, θά σᾶς βοηθήσῃ στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν δαιμόνων. Θά σᾶς καλλιεργήσῃ τίς ἀρετές καί θά σᾶς γίνῃ τά πάντα».

Γι᾿ αὐτό καί ἐπέμενε πολύ, σέ μᾶς τούς νεαρούς ὑποτακτικούς, στήν πρακτική μέθοδο τῆς προφορικῆς εὐχῆς.

Καθώς ἡ δική του ζωή ἦταν μιά συνεχής βία στό θέμα τῆς προσευχῆς, ἔτσι ἐπέμενε κι᾿ ἐμεῖς νά βιάζουμε ὅσο μποροῦμε τόν ἑαυτό μας, γιά νά βυθίζουμε τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά μας.

Αὐτή ἦταν ἡ διδασκαλία τοῦ ὁσίου Γέροντός μας: νά μᾶς σπρώχνῃ νά μᾶς ὠθῇ, νά μᾶς παρακολουθῇ καί νά μᾶς θυμίζῃ συνεχῶς νά μνημονεύουμε μέ τήν εὐχή τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀδιαλείπτως κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο «μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον».

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο: "Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης" – Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου.

Thursday, November 7, 2019

Η ευχή, όσον μας ενώνει με τον Χριστόν... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Η ευχή, όσον μας ενώνει με τον Χριστόν, τόσον μας ξεχωρίζει από τον διάβολον. Και όχι μόνον από τον διάβολον αλλά και από το φρόνημα του κόσμου, όπου γεννά και συντηρεί τα πάθη.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Thursday, May 16, 2019

Η ευχή του Ιησού μας νάναι η τροφή, το ποτό, το οξυγόνο και η αναπνοή μας. ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Η ευχή του Ιησού μας νάναι η τροφή, το ποτό, το οξυγόνο και η αναπνοή μας.
Αυτή η προσευχή είναι ατομική βόμβα κατά του διαβόλου, γι' αυτό και έχει τόση δυσκολία στην προσπάθεια να την κρατήσουμε στην αναπνοή μας, στην καρδιά μας.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Thursday, February 8, 2018

Η ευχή, μας ενώνει με τον Χριστόν ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Η ευχή, όσον μας ενώνει με τον Χριστόν, τόσον μας ξεχωρίζει από τον διάβολον. Και όχι μόνον από τον διάβολον αλλά και από το φρόνημα του κόσμου, όπου γεννά και συντηρεί τα πάθη.


Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Sunday, December 17, 2017

Με την ευχήν, από την μίαν χαράν εις την άλλην... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Με την ευχήν, από την μίαν χαράν εις την άλλην. Χωρίς ευχήν, πτώσις εις την πτώσιν, θλίψις εις την θλίψιν και βαρύς ο έλεγχος της συνειδήσεως. Εν ολίγοις, ολίγος κόπος και πόνος με την ευχήν, πολύ χαροποιόν πένθος, κατάνυξις και δάκρυα και η γλυκύτης της παρουσίας του Θεού, ο αγνότατος φόβος Του, όπου καθαρίζει και αγνίζει νουν και καρδίαν.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης 

Monday, August 7, 2017

Η ευχή είναι η αναπνοή ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )



Η ευχή είναι η αναπνοή. Όταν ο άνθρωπος αναπνέη, ζη, φροντίζει και δια την όλην ζωήν του. Όποιος αρχίζει την ευχήν, αρχίζει να διορθώνη και την όλην ζωήν του με οδηγόν τον πνευματικόν του πατέρα. Και όπως ο ήλιος ανατέλλοντας ξυπνά, φωτίζει, ζωογονεί την κτίσιν, έτσι και ο Ήλιος της Δικαιοσύνης Χριστός, όταν ανατείλη δια της ευχής εις τον νουν και την καρδίαν του ανθρώπου, τον ξυπνά εις τα έργα του φωτός και της ανεσπέρου ημέρας.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτη

Monday, June 29, 2015

Όσοι λένε την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με),....


Ο Γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης που τώρα είναι στην Αριζόνα, σε Αγιορείτη που τον επισκέφθηκε μαζί με μια ομάδα λαϊκών, όταν ρωτήθηκε για τα μέλλοντα να συμβούν, έδειξε την γροθιά του και είπε: Όσοι λένε την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με), αυτοί θα ξεπεράσουν όσα έρχονται με τη βοήθεια του Θεού.


Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

Saturday, May 16, 2015

Να λέγωμεν συνεχώς την ευχήν, είτε με το νουν, είτε με το στόμα


Να λέγωμεν συνεχώς την ευχήν, είτε με το νουν, είτε με το στόμα. Η ευχή, το παντοδύναμον όπλον δεν αφήνει την αμαρτία να εισέλθει. 


Ο διάβολος καίεται από το όνομα του Ιησού Χριστού, δια τούτο πασχίζει με κάθε τρόπον να σταματήσει την ευχή.


Γέροντας Εφραίμ