Sunday, September 23, 2018

Μακάριοι οι πνευματικοί φιλόσοφοι του Θεού ... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Όλα θα παρέλθουν και εις το μηδέν θα καταλήξουν, ενώ το έργον το εν τω Θεώ ειργασμένον, θα μείνη μαζί με την ψυχή του εργάτου, ίνα εσθίη εξ αυτού ζωήν αιώνιον.
 
Μακάριοι οι πνευματικοί φιλόσοφοι του Θεού, όπου δίδουν πρόσκαιρα και θησαυρίζουν αιώνια, ίνα, όταν απέλθωσιν, εύρωσιν εις την τράπεζαν του Θεού τους θησαυρούς των συν τόκω. 
 
Μακάριοι οι καθαρίζοντες τας καρδίας αυτών από τα ζιζάνια της αμαρτίας γεωργούντες τον αγαθόν σπόρον, διότι θα έλθη καιρός εύθετος, που θα θερίσουν στάχυας αειζωίας! 
 
Μακάριοι οι σπείροντες δάκρυα μετά πνευματικής νηστείας, δηλαδή πεινώντες αεί και διψώντες τα καλά έργα, διότι θα θερίσουν χαράν αιωνίαν!
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης  

Tuesday, September 18, 2018

Behind every test lurks the blessing of God ( Elder Ephraim Of Arizona ( Philotheou )


Sorrow is not nice. 
However, behind it, behind the pain, behind the sorrow, behind the test, lurks the blessing of God, the rebirth, the reforming of man, of family. Almost everyone attributes his/her conversion to some test. They believe everything goes well, then God takes their child, and then there is mourning, pain etc. Then comes the grace of God which overshadows them, making these people calm. They approach the Church, approach the confession, approach the priest. Thanks to that child they go to the Church. Their pain makes them to seek, to pray for repose, to request liturgies.
 
Pain relieves the heart and makes it receptive to the word of God, while earlier it was hard and unreceptive. For example, a man during his youthful exuberance thinks, "I am and no one else is". There go the degrees, the glories, the health, the beauty and everything else. However, when he is laid in bed sick, he thinks differently. Vanity of vanity, everything is vanity. I may die, he thinks. 
 
What is the benefit of all these and he starts to think differently. It is like a man approaching him and tells him, "read this book and check what it says". He hears a word of God and then he listens to it. And if you give him a book, his pain has already made his heart suitable and he opens the book and the Bible and reads it and thus starts the repose of man. And when he is healed, immediately then he stands up and lives carefully his life and does not live like before with pride and with the fantasy he had.
Sickness and sorrow is by and large medicine of the providence of God to bring man closer to Him and increase his virtue. 
 
The sickness and sorrow is by and large medicine of the providence of God to bring man closer to Him and increase his virtue. Job was the best man on earth but God wanted to make him even better. Before he was tested, Job was not famous. As soon as he was tested and fought, struggled, crowned and became rich, after that began his glory to this day. His example is the most brilliant one and empowers every man that is being tested. 
 
If he was tested being a saint, so much more us who are sinners. The result was he was made holy and was given again years of life and blessed him doubly and thrice with what he had, thus becoming a bright example throughout the centuries and for him to relax and say: "As the Lord wished so it happened. May the name of the Lord be blessed". He lowers his head and says: "God gave and God took" And even if He took my child, hasn't God given him to me? He took it. Where is my child? In heaven? So what happens there? He reposes there. 
 
Behind every test lurks the will of God and the benefit which naturally he could not see at that time, but with time he will know the benefit. We have many such examples. 
 
Like also the Saints Andronicus and Athanasia. They were a couple. He was a jeweler of great wealth etc. Part of his profit from work was used to feed his family. Another part of his profit he gave to the poor and a third of his profit was lent to people who had no money, interest free. They had two happy daughters. One day both died from sickness. Both parents went to bury them. Athanasia, the unfortunate one, would cry inconsolably over their graves. So did Andronicus. With great pain he started for home. Poor Athanasia stayed behind to mourn over their graves. "My children" and "My children" she cried. The sun was setting and the cemetery was closing. In her sorrow she saw a monk coming to her and telling her: "Lady why are you crying?"
How could I not cry Father?" (She thought he was the priest of the cemetery). "I buried both my children, my two angels, I laid them in their graves and I and my husband are left alone. We have no more freshness anymore. 
 
He tells her: "Your children are in paradise with the angels. They are in the joy and grace of God and you cry? Pity, and you are a Christian.
"So they live my children? Are they angels?"
Of course your children are angels"
He was the Saint of that Church. Finally both Andronicus and Athanasia became monastics and were sanctified. 
 
 
Elder Ephraim of Arizona

Sunday, September 16, 2018

Έχε τον φόβον του Θεού ωσάν λυχνάρι και αυτός θα σου φωτίζη τον δρόμον. ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )

Μη φοβού τίποτε, ει μη τον Θεόν.
 Έχε τον φόβον του Θεού ωσάν λυχνάρι και αυτός θα σου φωτίζη τον δρόμον, πως ακριβώς να περιπατής, διότι χωρίς φόβον Θεού, συνείδησιν καθαράν δεν δυνάμεθα να δημιουργήσωμεν, ούτε εξαγόρευσιν ειλικρινή δυνάμεθα να κάνωμεν, ούτε σοφίαν πνευματικήν ποτέ θα αποκτήσωμεν, διότι αρχή σοφίας και τέλος σοφίας φόβος Κυρίου.


Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης

Wednesday, September 12, 2018

Ταπεινώσου και εξομολογού εις το εξής, διότι η εξομολόγησις εμπερικλείει την αγιωτάτην ταπείνωσιν... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )

Ταπεινώσου και εξομολογού εις το εξής, διότι η εξομολόγησις εμπερικλείει την αγιωτάτην ταπείνωσιν, άνευ της οποίας δεν σώζεται κανείς. 

Χαρά μεγάλη δια τον διάβολον, όταν κατορθώση και πείση τον άνθρωπον να κρύψη τους διαβολικούς λογισμούς, και τούτο διότι θα πετύχη τον μελετώμενον ψυχοφθόρον σκοπόν του.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης

Thursday, September 6, 2018

Ο ύμνος του Παραδείσου ειναι η Αγάπη ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Ο Θεός είναι Αγάπη. ¨Ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ¨, βροντοφωνεί ο απόστολος της αγάπης, Ιωάννης ο Ευαγγελιστής.

Αγάπη : Το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το φάρμακο που γιατρεύει όλες τις αρρώστιες της ψυχής και του σώματος.

Ο άνθρωπος της αγάπης είναι ο πιο μεγάλος νικητής στον πνευματικό αγώνα. Νικάει με το χαμόγελο και την καλοσύνη. Άν σε άλλες περιπτώσεις η υποχώρηση είναι ήττα, της αγάπης η υποχώρηση είναι νίκη.

Άν κάθε κράτος έχει τον δικό του Εθνικό Ύμνο, έχει και ο Χριστιανισμός τον δικό του Ύμνο, τον Ύμνο της Αγάπης που με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο έχει αποδώσει ο μέγας των εθνών Απόστολος Παύλος στο ΙΓ' κεφάλαιο της Α' προς Κορινθίους επιστολής.
Τούτος ο μελωδικότατος ύμνος ας είναι στα χείλη και στην ψυχή μας. Αμήν.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

The devil greatly rejoices when he manages to persuade a person to hide diabolical thoughts... ( Elder Ephraim of Arizona )

Humble yourself, and from now on confess, for confession contains most holy humility, without which no one is saved.
The devil greatly rejoices when he manages to persuade a person to hide diabolical thoughts.
This is because he will achieve his premeditated, soul-destroying goal.



Elder Ephraim of Arizona

Monday, September 3, 2018

Να καθαρισθή η καρδία μας από τα πάθη... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Εκείνο που πρέπει να μας απασχολή κυρίως είναι να καθαρισθή η καρδία μας από τα πάθη, να ελαττωθή κανένα πάθος ή ελάττωμα! 
Αυτά που δίδει ο Θεός κατά καιρούς, κατά τον χρόνον της παρακλήσεως, δεν παίζουν κανένα σπουδαίον ρόλον, διότι έρχονται και φεύγουν. 
Αχ, αυτά τα πάθη, ρίζες με αγκάθια είναι, πόσος κόπος, πόσος πόνος, τι δάκρυα, τι ευχές χρειάζονται, δια να ίδη κανείς μικράν ανακούφισιν, σωστόν μαρτύριον!

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης 

Friday, August 31, 2018

Μετά φόβου και ευλαβείας να στέκεσαι εις την εκκλησίαν... ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Μετά φόβου και ευλαβείας να στέκεσαι εις την εκκλησίαν, διότι αοράτως ο Χριστός μας με τους αγίους αγγέλους παρευρίσκεται. 
Τους προσέχοντας και ευλαβείς, τους εμπιμπλά χάριτος και ευλογίας, τους απροσέκτους κατακρίνει ως αναξίους. 
Προσπάθησε να κοινωνής συχνά όσον το δυνατόν, έχεις το ελεύθερον, διότι η θεία Κοινωνία είναι άριστον βοήθημα δια τον αγωνιζόμενον κατά της αμαρτίας.


Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Monday, August 27, 2018

«... καί ἄφες ἡμῖν...» ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )



Ἀγαπητά μου παιδιά,

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στήν παραβολή τῶν ταλάντων ἐκθέτει, παρουσιάζει παραστατικά κι ἀνάγλυφα τίς συνέπειες τῆς μή συγχωρήσεως ὅλων ἐκείνων τῶν σφαλμάτων πού οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι μᾶς ἔκαναν· δηλαδή τί συμβαίνει, ὅταν δέν συγχωροῦμε μέ ὅλη μας τήν καρδιά ἐκείνους πού μᾶς ἔκαναν ὁποιοδήποτε κακό.


Ἡ παραβολή τοῦ Εὐαγγελίου λέει, ὅτι ἕνας βασιλιᾶς θέλησε νά λογαριαστῆ μέ τούς δούλους του, ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους. Μεταξύ τῶν ἄλλων παρουσιάστηκε κι ἕνας δοῦλος πού χρεωστοῦσε στόν κύριό του, τόν βασιλέα, μύρια τάλαντα – ἕνα ἀμύθητο ποσό. Ὁ δοῦλος φυσικά δέν εἶχε νά ἐξοφλήση αὐτό τό τεράστιο ποσό. Τότε ὁ κύριος του, τό ἀφεντικό του, διέταξε νά πουληθῆ ὅ,τι εἶχε καί δέν εἶχε, ἀκόμα καί ἡ γυναίκα του καί τά παιδιά του, γιά νά ἐξοφληθῆ τό χρέος. Ὁ δοῦλος βλέποντας ὅτι καταστρέφεται πλέον διά παντός, χωρίς καμμιά ἐλπίδα ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους, ἔπεσε στά πόδια τοῦ κυρίου του. Τόν παρακαλοῦσε νά μακροθυμήση, νά τόν συγχωρήση, καί ὑποσχόταν ὅτι θά προσπαθήση νά ἀποδώση τό ὀφειλόμενο ποσό. Ἔτσι κάνουμε ὅλοι, ὅταν χρεωστοῦμε καί δέν ἔχουμε νά τά δώσουμε.
Ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου, ὅταν εἶδε τήν συντριβή του, ὅταν ἄκουσε τά παρακάλια του καί τίς μεγαλόστομες ὑποσχέσεις του, τόν εὐσπλαχνίσθηκε, τόν λυπήθηκε καί τοῦ χάρισε τό χρέος. Ὅλο τό τεράστιο χρέος τό ἔσβησε! Ἦταν στήν ἐξουσία του, ἦταν πλούσιος καί μποροῦσε νά τό κάνη.


Ὅταν ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἔφυγε ἀπό τά ἀνάκτορα τοῦ βασιλέως, κατά σύμπτωσι συνάντησε ἕνα σύνδουλό του, ἕνα συνάδελφό του, ὁ ὁποῖος τοῦ χρεωστοῦσε μόνον ἑκατό δηνάρια, δηλαδή ἕνα τιποτένιο, μηδαμινό ποσό, περίπου ἑκατό σημερινές δραχμές. Τόν κράτησε καί τόν ἔπνιγε, λέγοντάς του νά ἀποδώση χωρίς ἀναβολή αὐτά πού τοῦ χρωστοῦσε. Ὁ σύνδουλος ἔπεσε στά πόδια του κι ἄρχισε νά τόν παρακαλῆ –ἀκριβῶςμέ τίς ἴδιες λέξεις πού παρακαλοῦσε αὐτός τόν βασιλέα προηγουμένος– νά μακροθυμήση γιά λίγο μέχρι νά τοῦ δώση τό ὀφειλόμενο μικρό ποσό. Ἐκεῖνος ὅμως, ὄχι μόνον δέν μακροθύμησε, ὄχι μόνον δέν τοῦ ἔδωσε προθεσμία, ὄχι μόνον δέν τόν εὐσπλαχνίσθηκε γιά ἕνα τόσο μικρό ποσό –κι ἐνῷ ἦταν ἕνας ἁπλός φτωχός ἄνθρωπος αὐτός ὁ σύνδουλος του– ἀλλά ἀπό ἀσπλαχνία τόν ἔβαλε στήν φυλακή, ἕως ὅτου δώση τίς ἑκατό δραχμές.

Ὅταν οἱ ἄλλοι σύνδουλοι εἶδαν αὐτά πού ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἔκανε στόν σύνδουλό τους καί ὅταν μάλιστα ἔμαθαν ὅτι ὁ κύριος τους μόλις πρό ὀλίγου τοῦ εἶχε χαρίσει τό τεράστιο ποσό πού τοῦ χρεωστοῦσε, λυπήθηκαν πολύ. Ἕνα τόσο σοβαρό γεγονός δέν μποροῦσαν νά τό παραβλέψουν, νά τό ἀφήσουν νά περάση ἔτσι. Παρουσιάστηκαν μπροστά στόν βασιλέα καί τοῦ διηγήθηκαν μέ ἀκρίβεια, ἀλλά καί μέ πόνο ψυχῆς, ὅλα τά συμβάντα, τά τόσο θλιβερά, αὐτῶν τῶν δύο συνδούλων τους. Τότε ὁ κύριος ἐκάλεσε τόν δοῦλο ἐκεῖνο, τόν ἀχάριστο, πού τοῦ εἶχε χαρίσει τό χρέος, καί τοῦ εἶπε: «Δοῦλε πονηρέ, δοῦλε ἀχάριστε καί σκληρέ, ἐγώ σοῦ χάρισα ὅλο τό τεράστιο ἐκεῖνο χρέος σου, μόνο καί μόνο γιατί μέ παρακάλεσες. Δέν ἔπρεπε κι ἐσύ νά εὐσπλαχνισθῆς, νά λυπηθῆς, νά ἐλεήσης, νά συγχωρήσης τόν σύνδουλό σου, τόν φίλο σου, τόν φτωχό αὐτόν ἄνθρωπο, ὅπως κι ἐγώ ὁ κύριός σου ἐλέησα καί συγχώρεσα ἐσένα; Ἀνακαλῶ τό χαριστήριο γράμμα. Παίρνω πίσω τήν ἐξόφλησι, μιά καί φάνηκες τόσο ἀχάριστος. Ἡ θέσι σου εἶναι τώρα στή φυλακή, ἐφ᾿ ὅσον δέν ἔχεις νά τό πληρώσης. Οἱ βασανιστές θά σέ βασανίζουν, ἑως ὅτου ἀποδώσης τό ὀφειλόμενο ποσό κι ἐξοφλήσης τό χρέος σου, δηλαδή αἰώνια».


Συμπέρασμα τῆς Παραβολῆς: Ἔτσι, λέει ὁ Κύριος, καί ὁ Πατέρας μου ὁ Οὐράνιος θά μεταχειρισθῆ ἐσᾶς. Τά ἴδια θά πάθετε καί ὅλοι ἐσεῖς, πού δέν θελήσατε μέ τήν καρδιά σας, νά συγχωρήσετε τόν ἀδελφό σας, γιά ὅλα τά φταιξίματά του, γιά ὅλα ὅσα κακά σᾶς ἔκανε.


Ἡ προειδοποίησις αὐτή τοῦ Κυρίου γιά τό φοβερό, τελικό κι ἀνεπανόρθωτο κατάντημα κάθε χριστιανοῦ πού δέν θέλησε νά συγχωρήση, δηλαδή ἡ αἰώνια καταδίκη του, θά πρέπει νά μᾶς βάλη ὄχι ἁπλῶς σέ ἔννοια, σέ σκέψι, σέ φόβο καί τρόμο, ἀλλά σέ ἀγῶνα. Ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἐκδικητικότητος.


Τί θά ποῦμε; Τί θά ἀπολογηθοῦμε κατά τήν μεγάλη ἐκεῖνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν βίβλοι ἀνοιγήσονται καί θά κριθοῦμε ἐκ τῶν γεγραμμένων ἔργων ἡμῶν ἐν τοῖς βιβλίοις; Ὅταν ὅλα αὐτά τά μικροπράγματα τοῦ κόσμου τούτου, γιά τά ὁποῖα ἐκδικούμεθα καί μαλώνουμε, θά ἔχουν παρέλθει ἀνεπιστρεπτί καί δέν θά μπορέσουμε νά τά διορθώσουμε; Ὅταν τά χρήματα, τά κτήματα, οἱ ἀξιοπρέπειες, οἱ προσβολές, οἱ ὑποτιμήσεις ἐντός εἰσαγωγικῶν καί τά παρόμοια θά ἔχουν περάσει; Ὅταν τά δικά μας πταίσματα θά εἶναι ὁλόκληρη βιβλιοθήκη, ἐνῷ τῶν ἄλλων πρός ἐμᾶς μιά μόνο μικρή σελίδα ἤ ἔστω λίγες σελίδες; Πῶς ὁ Θεός θά διαγράψη ὅλους αὐτούς τούς τόμους μέ τά δικά μας ἁμαρτήματα, ὅταν ἐμεῖς δέν θά ἔχουμε θελήσει μόνο μιά σελίδα νά διαγράψουμε μέ τῶν ἀδελφῶν μας τά πταίσματα;

Τό ὁποιοδήποτε κακό πού μᾶς ἔκανε ὁ ἄλλος, ὁ γείτονας, ὁ ἀδελφός, ὁ συνεργάτης, ὁ συγγενής, δέν εἶναι τόσο μεγάλο, ὅσο μᾶς φαίνεται. Εἶναι παροδικό, δηλαδή καί σ᾿ ὅλη τήν ζωή νά διαρκέση, θά περάση κάποια μέρα. Δέν ἔχει αἰώνια ἰσχύ καί δύναμι καί ὕπαρξι. Τό κακό ὅμως πού κάνουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι στόν ἑαυτό μας, ὅταν δέν συγχωροῦμε, εἶναι χωρίς τέλος. Ἔχει αἰώνια ἰσχύ καί θά τιμωρούμεθα αἰωνίως.


Ἔχουμε λοιπόν νά διαλέξουμε μεταξύ δύο κακῶν. Ἐκείνου πού ὁ ἄλλος μᾶς κάνει καί πού εἶναι παροδικό, κι ἐκείνου πού κάνουμε ἐμεῖς στόν ἑαυτό μας, ὅταν δέν συγχωροῦμε, πού εἶναι αἰώνιο. Τώρα ποιός λογικός ἄνθρωπος θέλει τό κακό του καί μάλιστα τό αἰώνιο; Ξέρουμε ὅτι οἱ παρανοϊκοί εἶναι αὐτοί πού κάνουν κακό στόν ἑαυτό τους, αὐτοί πού ἔχουν πρόβλημα στό μυαλό τους. Οἱ ἀξιολύπητοι αὐτοί ἄνθρωποι, πού ἔχουν χάσει τίς φρένες τους, κόβουν μέ γυαλιά τά χέρια τους, πατοῦν σέ ἀναμμένα κάρβουμα, αὐτοτραυματίζονται, αὐτοκτονοῦν καί τόσα ἄλλα. Ὡστόσο κανείς λογικός δέν κάνει τέτοια πράγματα. Ἐάν λοιπόν τά μικρότερα αὐτά δέν τά κάνουμε, γιατί δέν τά βρίσκουμε λογικά, θά κάνουμε τά ἀπείρως μεγαλύτερα κακά στόν ἑαυτό μας; Θά τόν καταδικάσουμε οἱ ἴδιοι στό αἰώνιο σκοτάδι καί θά τόν στείλουμε νά κάνη συντροφιά μέ τούς δαίμονες, μόνο καί μόνο γιατί δέν θελήσαμε ἀπό ἐγωϊσμό νά διαγράψουμε τά μικροπράγματα πού μᾶς ἔκαναν οἱ ἄλλοι; Θά κάνουμε ἕνα τόσο μεγάλο λάθος;

Ποῦ εἶναι ὅλες οἱ προηγούμενες γενεές, στίς ὁποῖες ἦσαν καί ἄνθρωποι πού ἔφυγαν ἀπό δῶ γιά πάντα, χωρίς νά συγχωρήσουν; Τί κέρδισαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί μέ τήν ἀσυγχωρησία πρός τούς ἄλλους; Δέν θά ἔχουν τώρα πιά μετανοιώσει πικρά, χωρίς ὠφέλεια καί χωρίς διόρθωσι; Βεβαίως. Ἐάν κάποιος δέν τά πιστεύη αὐτά, εἶναι φυσικά ἐλεύθερος νά κάνη ὅ,τι νομίζει. Ἕνας ὅμως πού λέει ὅτι εἶναι Χριστιανός Ὀρθόδοξος καί πιστεύει στόν Θεό καί στό Εὐαγγέλιο, δέν πρέπει νά τοῦ λείπη τό κόκκινο μολύβι. Τί σημαίνει αὐτό;


Στά ἐπίσημα βιβλία τῶν ὑπηρεσιῶν οἱ διαγραφές γίνονται μέ κόκκινο μολύβι. Μέ αὐτό τό μολύβι ὁ καθένας, πού θέλει νά λέγεται Χριστιανός Ὀρθόδοξος, θά διαγράψη ἀπό σήμερα κάθε φταίξιμο τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἀδελφός του εἶναι κάθε ἄνθρωπος, γνωστός καί ἄγνωστος, ὀρθόδοξος καί μή.

Τό μολύβι αὐτό θά τοῦ χρησιμεύση, ὅταν πλέον φύγη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, σάν κλειδί, πού θά ἀνοίξη τήν πόρτα τοῦ Παραδείσου. Δηλαδή, ἐάν δέν τά διαγράψη μ᾿ αὐτό τό μολύβι τό κόκκινο, δέν μπορεῖ νά ἀνοίξη τόν Παράδεισο. Θά βάλει τό μολύβι τό κόκκινο ἐπάνω στήν κλειδαριά τῆς πόρτας τοῦ Παραδείδου καί θά ἀνοίξη. Μέ τό νά πῆ: «Θεός συγχωρήσοι σε» καί κάνοντας προσευχή γιά τόν ἀδελφό, ὁ Παράδεισος ἄνοιξε!

Οἱ πέντε μωρές παρθένες χτύπαγαν ἄδικα τήν πόρτα τοῦ Παραδείσου τήν νύχτα ἐκείνη. Ἔμειναν ὅμως ἔξω στό σκοτάδι. Γιατί; Διότι δέν εἶχαν δείξει ἔλεος συμπάθεια, συγχωρητικότητα. Δέν εἶχαν οὔτε λάδι πού μαλακώνει τίς πληγές, οὔτε κόκκινο μολύβι πού σβήνει τά πταίσματα τῶν ἄλλων κι ἀνοίγει τόν νυμφῶνα, ἀνοίγει τόν Παράδεισο, ἀνοίγει τήν πύλη τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ναί, ἔμειναν ἔξω δυστυχῶς· καί ἔξω ἦταν σκοτάδι, πολύ σκοτάδι, κόλασις. Ἦταν νύχτα ἀσέληνη χωρίς φεγγάρι, παγερή νύχτα χωρίς θερμότητα.

Οἱ φρόνιμες ὅμως, αὐτές πού εἶχαν σώφρονα νοῦ καί σκέψι καί κυβέρνησι, μπήκανε στόν νυμφῶνα, μπήκανε στόν Παράδεισο καί στήν αἰώνια ζωή τοῦ φωτός. Εἴχανε λάδι, εἴχανε τήν καλοσύνη, τήν ἀγάπη, πού δέν ἐκδικεῖται, ἀλλά συγχωρεῖ ὅλους καί ὅλα.

Ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νά καθορίσουμε ἀπό τώρα τήν θέσι μας. Ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται, ἐάν θά μποῦμε στόν νυμφῶνα μέ τίς φρόνιμες παρθένες ἤ θά μείνουμε ἔξω στό σκοτάδι τῆς παγερῆς νύχτας μέ τίς μωρές. Ἐφ᾿ ὅσον ἀκόμη εὑρισκόμεθα στήν ζωή αὐτή, ἐφ᾿ ὅσον ἡ αὐλαία τοῦ θεάτρου τοῦ παρόντος κόσμου δέν ἔπεσε καί τό νῆμα τῆς ζωῆς μας δέν κόπηκε, μποροῦμε νά συγχωρέσουμε. Μποροῦμε νά πάρουμε τήν ἡρωϊκή ἀπόφασι τοῦ « ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».

Κατά τήν Κυριακή προσευχή (τό «Πάτερ ἡμῶν»), πού μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος, μέ τήν ὁποία προσευχόμεθα κάθε μέρα, σέ κάθε ἀκολουθία καί κάθε Κυριακή, λέμε στόν Θεό· «Συγχώρησέ με, Θεέ μου, ὅπως κι ἐγώ συγχωρῶ». Ὅταν ὅμως δέν συγχωροῦμε, Τοῦ λέμε ψέμματα. Ψευδόμεθα κάθε φορά, πού προσευχόμεθα μέ τό «Πάτερ ἡμῶν», διότι, ἐφ᾿ ὅσον δέν συγχωροῦμε τούς ἄλλους, ἀπαιτοῦμε συγχώρησι ἀπό τόν Θεό. Νά συγχωροῦμε, ὁπότε κι ὁ Θεός θά μᾶς συγχωρέση. Στήν προσευχή μας νά ζητοῦμε πρῶτα νά συγχωρέση ὁ Θεός ὅλους ἐκείνους πού μᾶς ἔκαναν κακό, νά συγχωρέση ὅλων τῶν ἀνθρώπων τίς ἁμαρτίες, καί μετά νά παρακαλοῦμε νά συγχωρέση κι ἐμᾶς, πού Τοῦ φταίξαμε δυστυχῶς πολύ περισσότερο.

Κάποτε, γράφει τό Γεροντικό, ἕνας ἀδελφός, ἕνας νεώτερος μοναχός πῆγε σ᾿ ἕνα Γέροντα πνευματικό καί τοῦ εἶπε:
Κάποιος ἄνθρωπος κλέπτης γυρνᾶ καί κλέβει τίς καλύβες τῶν Πατέρων. Ἔκλεψε καί τά δικά μου, τό παξιμάδι καί τά ἐλάχιστα τρόφιμα πού εἶχα. Σκέφτομαι, πῆρα τήν ἀπόφασι νά τόν καταγγείλω στό δικαστήριο γιά νά συμμορφωθῆ, νά σταματήση τήν ἁμαρτία, νά πληρώση κι ἔτσι νά τοῦ γίνη καλό μάθημα.


Ὁ Γέροντας ὅμως ὁ πνευματικός τόν συμβούλευε καί τοῦ ἔλεγε:


Ὄχι, παιδί μου, μήν τό κάνης αὐτό, μήν τόν πᾶς στόν δικαστή, μήν τόν καταγγείλης – ἄνθρωπος εἶναι, συγχώρεσέ τον· κάνε προσευχή νά τόν φωτίση ὁ Θεός νά ἀφήση τήν κλεψιά.
 
Ὄχι, Γέροντα, αὐτός δέν συμμορφώνται, ἔχει πάρα πολύ καιρό πού τό κάνει αὐτό. Ἄν δέ τιμωρηθῆ, θά συνεχίση, ὁπότε τοῦ κάνουμε κακό.
Ὄχι, παιδί μου, δέν πρέπει νά τόν καταγγείλης· ὄχι στόν δικαστή. Στόν Θεό ἄφησε τήν ὑπόθεσι.



Ὁ νεώτερος στηριζόμενος στήν ἄποψί του δέν ὑποχωροῦσε. Τότε ὁ Γέροντας τοῦ λέει:



Ἐφ᾿ ὅσον τὄχεις ἀποφασίσει, πᾶμε νά κάνουμε προσευχή, νά πάη καλά ἡ δουλειά σου.

Ὅταν γονάτισαν γιά προσευχή ἄρχισε ὁ Πνευματικός νά λέη τό «Πάτερ ἡμῶν». Ὅταν ἔφτασε στό σημεῖο: «καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν», εἶπε ὁ Γέροντας:

Κύριε μήν μᾶς ἀφήνης τά ἁμαρτήματά μας, διότι κι ἐμεῖς δέν ἀφήνουμε τά ἁμαρτήματα τῶν ἀδελφῶν μας, πού μᾶς ὀφείλουν.
Πάτερ, κάνετε λάθος, δέν εἶναι ἔτσι τό «Πάτερ ἡμῶν».
Ἐφ᾿ ὅσον θά πᾶς στόν δικαστή νά καταγγείλης τόν ἀδελφό πού ἁμάρτησε, αὐτό τό «Πάτερ ἡμῶν», θά ποῦμε.

Ὁ ἀδελφός κατάλαβε, ὅτι εἶχε λάθος στήν ἄποψί του, ζήτησε συγγνώμη κι ἔτσι ὑποχώρησε καί δέν κατήγγειλε τόν πταίσαντα ἀδελφό του.



Αὐτή ἡ διήγησις εἶναι τόσο πολύ διδακτική, εἶναι τόσο πολύ ὠφέλιμη, πού ἄν συνειδητοποιήσουμε τήν ἔννοια καί τήν οὐσία της, εἶναι πάρα πολύ εὔκολο νά ἀγωνισθοῦμε, γιά νά ἔχουμε παρρησία στόν Θεό, παρρησία στήν προσευχή. Ὅταν θά συγχωροῦμε ἀφειδῶς, πλούσια κάθε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔκανε κακό, θά ἔχουμε τό θάρρος, θά ἔχουμε τήν παρρησία, νά ζητήσουμε τήν αἰώνια συγγνώμη μας κι ἔτσι νά βρεθοῦμε μετά τῶν σωζομένων δούλων τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!


Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου



Ἔκδοσεις Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου Ἅγιον Ὄρος
Τόμος α΄
Κεντρική διάθεση:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Do not be afraid of anything; have all your hope in God. ( Elder Ephraim of Arizona )

Do not grieve because of your warfare. Do not fear, but take courage. The demons do not have the authority to harm you. It is from the hand of God; through it the eyes of your soul will be opened, and it will set you on the right path. It takes extremely bitter medicines to heal difficult passions. Entreat God: “Lead us not into temptation” (Mt. 6:13 ). This warfare, as St. Isaac the Syrian says, is due to pride, conceit, and hardness of heart. The remedy is humility, the recognition of one’s incorrect judgment, and obedience and trust in one’s spiritual father. 
Humble yourself, my child; only this medicine will save you. God has sent these temptations to you out of love to frighten you, so that you pull yourself together, come to your senses, humble yourself, and ask for forgiveness. The demons get angry when you pray, because these evil ones see that you are beginning to break their nets, and they are afraid that you might escape from them. They want to make you despair or lose heart. Therefore, arm yourself with trust and hope in God and with the conviction that they are not allowed to do anything without the higher command of God. 
Know that if you are patient in this warfare and humble yourself before God and your brethren, God will give you much grace and enlightenment; the eyes of your soul will be opened, and you will see in what great darkness you were. The courage you have is due to the grace of God which helps you in these temptations. For without courage and hope and faith, there is grave danger in such temptations. 
Do not be afraid of anything; have all your hope in God. Cry out the prayer without stopping and you will see how much help you will receive. Fear God—not the demons. Fear God and His judgments, for when He decides to punish us with some kind of penance for our pride, who is able to stop Him? Therefore, when the evil is still small, let us take care to remedy it. For once it has grown worse, you will not be able to be delivered even if others help you. So love God more, since He has sent you the medicine for your illness—that is, patience, humility, and courage—and see to it that you take it.
Elder Ephraim of Arizona